Τρίτη 11 Μαρτίου 2014

ΠΕΡΙ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ



 ΠΕΡΙ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ 


Ενδεικτική για την κεντρική σημασία την οποία κατέχει στην Ελληνική Αστυνομική Λογοτεχνία το κοινωνικό και το ψυχολογικό στοιχείο (δεν ξέρω ποιο από τα δύο προηγείται, εξαρτάται ποιον επιστήμονα ρωτάει κανείς κάθε φορά, το μόνο βέβαιο είναι ότι συνδέονται αξεδιάλυτα), είναι η αφετηρία της. Σύμφωνα με την κρατούσα γνώμη, πρώτο ελληνικό αστυνομικό μυθιστόρημα είναι το «Έγκλημα του Ψυχικού» του Παύλου Νιρβάνα (1928), το οποίο – τι παράξενη αρχή! – είναι μια παρωδία του αστυνομικού είδους, χωρίς «ντετέκτιβ», χωρίς έρευνα, χωρίς λαμπρούς επαγωγικούς συλλογισμούς, δηλαδή χωρίς όλα εκείνα τα στοιχεία τα οποία έκρινε τότε ως απαραίτητα η «ορθόδοξη» αγγλική σχολή - ένα μυθιστόρημα με πρόδηλο στόχο να καταδείξει, σατιρικώ τω τρόπω, ορισμένες παθολογικές πλευρές της τότε «καλής» κοινωνίας των Αθηνών και του σκανδαλοθηρικού Τύπου.

          Το γεγονός αυτό, ότι δηλαδή το πρώτο ελληνικό αστυνομικό μυθιστόρημα είναι ένα ρεαλιστικό μυθιστόρημα, με κύριο σκοπό του την περιγραφή της σύγχρονής του κοινωνίας και της ψυχολογίας των ηρώων του, δείχνει τον δρόμο που θα ακολουθήσει στη συνέχεια το νεογέννητο - η Ελληνική Αστυνομική Λογοτεχνία· οι εξαιρέσεις απλώς επιβεβαιώνουν τον κανόνα. Εξαρχής, σαν να λέμε με έμφυτο τρόπο, απορρίπτεται η αγγλική σχολή, όπου ένας ιδιοφυής «ντετέκτιβ», ένας εγκέφαλος με περισσότερα φαιά κύτταρα από το σύνηθες, ερευνά ένα φόνο πολλαπλώς μυστηριώδη – όπου, δηλαδή, άγνωστος δεν είναι μόνο ο δράστης· σε πάρα πολλές περιπτώσεις, εξίσου, αν όχι περισσότερο μυστηριώδης είναι και ο τρόπος με τον οποίο έγινε ο φόνος και το κίνητρό του. Στην περίπτωση της Ελληνικής Αστυνομικής Λογοτεχνίας το βάρος πέφτει στην κοινωνική περιγραφή και στην ψυχολογική ανάλυση. Αυτός είναι, άλλωστε, κι ο λόγος για τον οποίο νομιμοποιούμαστε να θεωρούμε μυθιστορήματα, όπως ο «Συμβολαιογράφος» του Αλεξάνδρου Ραγκαβή (1882) ή τα «Μυστήρια των Αθηνών» του Ιωάννη Κονδυλάκη (1895) κ.ά., προδρομικά της Ελληνικής Αστυνομικής Λογοτεχνίας.

Η νεόφυτη Ελληνική Αστυνομική Λογοτεχνία ακολουθεί, όπως είναι φυσικό επόμενο, τον άλλον πόλο της αστυνομικής λογοτεχνίας – μιλάμε για τη δεκαετία του ’20 και του ’30 -, δηλαδή την αμερικανική σχολή του detective ή crime fiction, με όλα τα παρακλάδια της που εμφανίστηκαν στη συνέχεια, noir, μυθιστόρημα αγωνίας, ψυχολογικό θρίλερ κ.λπ., σχολή η οποία είναι ξένη – και μάλιστα εχθρική - προς την έννοια του «διανοητικού παιχνιδιού», δεν βλέπει την κοινωνία ως απλό φόντο, δεν «ξεχνάει» τα ψυχικά φαινόμενα. Από αυτήν θα αντλήσει η Ελληνική Αστυνομική Λογοτεχνία τα στοιχεία εκείνα που την καθιστούν αστυνομική, αυτή θα είναι το πρότυπό της. [Όσον αφορά το ερώτημα, γιατί η Ελληνική Αστυνομική Λογοτεχνία προβαίνει στη συγκεκριμένη επιλογή, γιατί αποκηρύσσει το «διανοητικό παιχνίδι», υπάρχουν πολλές πιθανές απαντήσεις. Ίσως επειδή η ιδέα του φόνου σαν ευκαιρία για τον «ντετέκτιβ» να επιδείξει τις ικανότητές του, φαίνεται ανάρμοστα «ελαφρή». Ίσως επειδή σαν χώρα δεν έχουμε καλή σχέση με την τυπική λογική (Μαρτινίδης). Υπάρχουν διάφορες θεωρίες.]

Η Ελληνική Αστυνομική Λογοτεχνία λοιπόν, ήδη από τις απαρχές της, ενδιαφέρεται σε μεγάλο βαθμό για το κοινωνικό περιβάλλον μέσα στο οποίο εκτυλίσσεται η δράση, και για την ψυχοσύνθεση των φορέων της δράσης. Αυτό το χαρακτηριστικό είναι προφανές τόσο στα «σκληρά» αφηγήματα των περιοδικών Μάσκα και Μυστήριο (η μεν Μάσκα ιδρύθηκε το 1935, το δε Μυστήριο το 1952, έπαψαν να εκδίδονται τη δεκαετία του 1970), όσο και στα πιο «αβρά» μυθιστορήματα του Γιάννη Μαρή (1953, Έγκλημα στο Κολωνάκι - 1976, Η Εξαφάνιση του Τζων Αυλακιώτη), του δημοφιλέστερου και πιο πολυδιαβασμένου έλληνα αστυνομικού συγγραφέα, με πενήντα σχεδόν μυθιστορήματα στο ενεργητικό του. Εξηγώ: Πρωταγωνιστής των μυθιστορημάτων του Μαρή δεν είναι, όπως νομίζουμε σήμερα λόγω της τηλεόρασης και των ταινιών του παλιού ελληνικού κινηματογράφου, ο αστυνόμος Μπέκας. Ο Μπέκας, για να το πω αλλιώς, δεν είναι Πουαρό, δεν αναλαμβάνει την υπόθεση στην αρχή του βιβλίου, για να την λύσει στο τέλος, παρά μόνο κατ’ εξαίρεση. Πολύ συχνά, τον κεντρικό ρόλο του «αφηγητή» τον κρατάει ένας εκ των αθώων πρωταγωνιστών του μυθιστορήματος. Σε πολλές περιπτώσεις, ο Μπέκας εμφανίζεται στα μισά του βιβλίου, και σε άλλες, λίγες μόλις σελίδες πριν από το τέλος, μόνο και μόνο για να προβεί στην σύλληψη του ενόχου. Αυτό που μας μένει από τα μυθιστορήματα του Μαρή δεν είναι η υπερέχουσα ευφυΐα του Μπέκα, αλλά οι εικόνες από την Αθήνα (κυρίως) και από την ελληνική επαρχία του ’50 και του ’60, δηλαδή το τότε κοινωνικό περιβάλλον - το πολιτικό αποσιωπάται, για ευνόητους λόγους – καθώς και η ψυχική «περιπέτεια» κάποιων πρωταγωνιστών – αυτά ενδιαφέρουν τον Μαρή. [Από την έλλειψη του πολιτικού στοιχείου δεν έπεται ότι ο Μαρής δεν είναι σταθερά προσανατολισμένος προς την απεικόνιση της κοινωνίας. Κάθε εποχή, άλλωστε, έχει τους περιορισμούς της. Μήπως οι αμερικανοί ομόλογοί του είχαν πολιτικές αναφορές;] Το ίδιο ισχύει και για τα πιο «ανάλαφρα» έργα της κας Αθηνάς Κακούρη (από το 1959 και εξής), τα οποία συνιστούν μία ολόκληρη πινακοθήκη χαρακτήρων, συχνά διασκεδαστική, και πάντοτε στοχαστική.

Συνοψίζοντας: Το κοινωνικό/ψυχολογικό στοιχείο είναι εξαρχής δεσπόζον μέσα στην Ελληνική Αστυνομική Λογοτεχνία, θεμελιώδες, σε αντίθεση με το δευτερεύον, οιονεί προσχηματικό στοιχείο του μυστηρίου. Εξου και η πολυπρισματικότητά της, ο πλούτος της, η ζωντάνια της: όσοι οι συγραφείς, τόσες οι απεικονιζόμενες επόψεις της κοινωνίας και του ψυχισμού.

Αυτό το γνώρισμα γίνεται ακόμη εμφανέστερο στη νεότερη φάση της Ελληνικής Αστυνομικής Λογοτεχνίας, η οποία, μετά την προσωρινή, σχεδόν ολοκληρωτική εξαφάνισή της από το λογοτεχνικό προσκήνιο κατά την Μεταπολίτευση, «αναγεννάται», θα λέγαμε, από τα τέλη της δεκαετίας του ’80 και μετά. Τα δύο μυθιστορήματα που σηματοδοτούν αυτή την «αναγέννηση», το «Άνθρωποι και Κούκλες» του Φώντα Λάδη, και ο «Κύκλος Θανάτου» του Φίλιππου Φιλίππου (και τα δύο του 1987) είναι χαρακτηριστικά: πρόκειται για δύο μυθιστορήματα με άρωμα noir και έντονο το κοινωνικό στοιχείο – άλλωστε, δεδηλωμένη πρόθεση και των δύο πολιτικοποιημένων συγγραφέων είναι να μιλήσουν μέσω της αστυνομικής φόρμας για την κοινωνία, ακολουθώντας τα χνάρια του Μαρή, αλλά και των ξένων κλασικών του είδους.

Το παράδειγμά τους θα βρει πολλούς μιμητές, με αποτέλεσμα μετά το 1995 να μπορούμε να μιλάμε για πραγματική «έκρηξη» της Ελληνικής Αστυνομικής Λογοτεχνίας. Τα στοιχεία είναι αποκαλυπτικά. Το 1995 έχουμε την πρώτη εμφάνιση του Ανδρέα Αποστολίδη, χαλκέντερου μεταφραστή των εκδόσεων ΑΓΡΑ, που πρώτες εισήγαγαν μια καινούρια, για τα ελληνικά πράγματα, άποψη περί αστυνομικού από τα μέσα της δεκαετίας του ’80 και μετά, μελετητή και θεωρητικού της αστυνομικής λογοτεχνίας [και πρόεδρου της ΕΛΣΑΛ], συνειδητού «συνεχιστή» της παράδοσης του κοινωνικοπολιτικού αστυνομικού (το πολιτικό στοιχείο βγαίνει επιτέλους στην επιφάνεια), καθώς και την πρώτη εμφάνιση του Πέτρου Μάρκαρη, του πιο πολυδιαβασμένου έλληνα αστυνομικού συγγραφέα της νεότερης φάσης, δημιουργού του συμπαθούς και δημοφιλούς στο αναγνωστικό κοινό αστυνόμου Κώστα Χαρίτου, στα βιβλία του οποίου είναι έκδηλη η κοινωνικοπολιτική οπτική.

Παράλληλα με αυτή την τάση, εξελίσσεται και εκείνη, η οποία δίνει έμφαση στο ψυχολογικό στοιχείο: Διαπρεπής εκπρόσωπός της είναι η Τιτίνα Δανέλλη, η οποία κάνει την πρώτη της εμφάνιση στην αστυνομική λογοτεχνία ήδη από το 1981, με το «Ένα και ένα κάνουν όσο θες», γραμμένο μαζί με τον Μάνο Κοντολέων, και στα επόμενα πέντε μυθιστορήματά της, τα οποία συνιστούν την Πενταλογία του στρατηγού της ΕΛ.ΑΣ. Άγγελου Βλάχου και της δημοσιογράφου Ευγενίας Ευγενικού, χρησιμοποιεί το έγκλημα σαν αφετηρία για μία όλο και βαθύτερη, ακριβέστερη, από βιβλίο σε βιβλίο, ανάλυση χαρακτήρων.

Συν τω χρόνω οι συγγραφείς και τα πρίσματα πολλαπλασιάζονται, τα είδη, κατ’ ανάγκην, πληθαίνουν. Η λογοτεχνική παραγωγή των τελευταίων 15 ετών δείχνει ότι η Ελληνική Αστυνομική Λογοτεχνία έχει θραύσει τα «στερεοτυπικά» δεσμά της, εκείνα που ίσως εν μέρει ευθύνονταν για την μομφή της παραλογοτεχνίας, την οποία κάποτε, ελαφρά τη καρδία, της προσήπταν. Τίποτα δεν είναι εκτός της εμβέλειάς της, κανένας χώρος, φυσικός ή κοινωνικός, καμία χρονική στιγμή, κανένα μεγάλο ή μικρό «ζήτημα» - σε πλήρη συστοιχία με το φαινόμενο, το οποίο ψυχαγωγικά (με την αρχαία έννοια) αναπαριστά, δηλαδή με την εγκληματική βία.

Παραδείγματα: Ο Πέτρος Μαρτινίδης, συγγραφέας εξαιρετικά καλλιεπής και πνευματώδης, είναι ο εισηγητής του είδους «πανεπιστημιακό αστυνομικό μυθιστόρημα», καθ’ όσον τοποθετεί (συνήθως) τα εγκλήματά του στον ακαδημαϊκό χώρο. Ο Τεύκρος Μιχαηλίδης, στα πολύ επιτυχημένα «Πυθαγόρεια Εγκλήματά» του διερευνά μέσα από ποιες διεργασίες ένα τόσο «αγνό» κίνητρο, όσο η αγάπη για τα Καθαρά Μαθηματικά, μπορεί να καταλήξει στο έγκλημα. «Μαθηματικά αστυνομικά» συγγράφει (κατά κύριο λόγο) και ο Αργύρης Παυλιώτης. «Ιστορικά αστυνομικά», αναφερόμενα, δηλαδή, σε εγκλήματα παλαιότερων εποχών, έχουν γράψει η Μαρλένα Πολιτοπούλου – στην περίπτωσή της, η εξιχνίαση του παλαιού εγκλήματος γίνεται σήμερα –, ο Παναγιώτης Αγαπητός, ο οποίος καταφέρνει με την πένα του και μας μεταφέρει στο Βυζάντιο – σ’ ένα Βυζάντιο που ελάχιστα γνωρίζουμε - και ο Γιάννης Ράγκος, ο οποίος, μ’ ένα έγκλημα ως αφορμή, ανασυστήνει ολόκληρη την εποχή του. Ο Ράγκος εμπίπτει και στην κατηγορία «serial-killer» (όχι ο ίδιος!) «Μελλοντολογικό αστυνομικό» έχει γράψει ο Ανδρέας Μιχαηλίδης. «Οικολογικά αστυνομικά» έχουν γράψει η Χρύσα Σπυροπούλου και ο Γιάννης Πανούσης. Αστυνομικά «χωρίς λύση», με φιλοσοφικές προεκτάσεις, ο Κώστας Καλφόπουλος, ο Λάκης Δόλγερας. Τον δρόμο του «βίαιου θρίλερ» (όχι όμως χάριν εντυπώσεων) έχει διαλέξει, μέχρι στιγμής τουλάχιστον, ο Δημήτρης Μαμαλούκας. Έχουμε αστυνομικά μυθιστορήματα που διαδραματίζονται στην ελληνική περιφέρεια, αναφέρω ενδεικτικά τον Καβαλιώτη Δημήτρη Κεραμέα, τον Μανιάτη Παναγιώτη Γιαννουλέα και την Μιμή Θεοχάρη, της οποίας τα μυθιστορήματα διαδραματίζονται σε ένα μικρό χωριό της Δράμας. Υπάρχει αστυνομικό σχετικό με τα κόμιξ, της Ντορίνας Παπαλιού. Υπάρχει «διαδικτυακό αστυνομικό», του Αργύρη Κάλμπαρη, «θρησκευτικό αστυνομικό», της Αθηνάς Μπασιούκα. «Σουρεαλιστικό αστυνομικό», του Φίλιππου Δρακονταειδή. «Αυτοαναφορικό αστυνομικό», του Αντώνη Γκόλτσου. «Σκληρά», αλλά συγχρόνως και ευαίσθητα, κοινωνικοπολιτικά noir, εξίσου απαισιόδοξα όσο και ρεαλιστικά, του Σέργιου Γκάκα, του Απόστολου Λυκεσά, του Βασίλη Δανέλλη και του Κώστα Μουζουράκη (με σειρά εμφάνισης).

Τα ονόματα που αναφέρθηκαν, δεν αποτελούν το σύνολο των εκπροσώπων της Ελληνικής Αστυνομικής Λογοτεχνίας. Για όσους επιθυμούν να μάθουν περισσότερες λεπτομέρειες, υπάρχει το σάιτ της ΕΛΣΑΛ [crimefictionclubgr.wordpress.com], όπου είναι αναρτημένα τα ονόματα και τα έργα όλων των συγγραφέων της Ελληνικής Αστυνομικής Λογοτεχνίας, τα εκδοθέντα τις τρεις τελευταίες δεκαετίες. Τον κατάλογο τον έχουν καταρτίσει οι φιλόπονοι και φιλέρευνοι ιστοριοδίφες Γιάννης Ράγκος και Φίλιππος Φιλίππου.   

          Κλείνοντας: Υπάρχει μια άποψη, που θέλει την όψιμη εμφάνιση πλήθους συγγραφέων και πληθώρας αστυνομικών μυθιστορημάτων να οφείλεται σε «περαστική μόδα». Ωστόσο, οι λίστες με τα ευπώλητα αποδεικνύουν ότι τέτοια μόδα δεν υφίσταται. Είμαι σε θέση να σας βεβαιώσω ότι κανένας εξ όσων συναδέλφων γνωρίζω προσωπικά – και τους περισσότερους τους γνωρίζω – δεν ξεκίνησε να γράφει αστυνομικό, επειδή τάχα είναι μόδα. Γράφουμε αστυνομικό, πρωτίστως επειδή το αγαπάμε. Ελπίζω να καταφέρουμε να σας κάνουμε να το αγαπήσετε κι εσείς – αυτό προσπαθούμε [και να γίνει και μόδα, γιατί όχι;]


[24-3-2011, Art Gallery Cafe, Βούλα]
                       

    



             
           
             

Τρίτη 11 Φεβρουαρίου 2014

ΟΛΑ ΓΙΑ ΤΗ ΖΩΗ ΜΟΥ της ΓΕΩΡΓΙΑΣ ΠΑΠΑΛΥΜΠΕΡΗ και της ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΑΣ ΜΟΣΧΟΥ



ΟΛΑ ΓΙΑ ΤΗ ΖΩΗ ΜΟΥ 
Μυθιστόρημα της Γεωργίας Παπαλυμπέρη και της Κωνσταντίνας Μόσχου (2013)




Στα χρονικά της αστυνομικής λογοτεχνίας, όπως άλλωστε και της λογοτεχνίας εν γένει, η συνεργασία δύο ή, ακόμη πιο σπάνια, περισσότερων συγγραφέων για την παραγωγή ενός έργου αποτελεί την εξαίρεση – αναφέρω, ενδεικτικά, τους Αμερικανούς εξαδέρφους Ντάνεϋ και Λη, οι οποίοι τη δεκαετία του ’30 δημιούργησαν τον διάσημο ιδιωτικό ντετέκτιβ Έλερυ Κουήν, τους Γάλλους «Διόσκουρους» Μπουαλό και Ναρσεζάκ, πολυγραφότατο δίδυμο από τη δεκαετία του ’50 κι έπειτα, συγγραφείς, μεταξύ άλλων, του «Δεσμώτη του Ιλίγγου», και τους πρωτοεμφανισθέντες τη δεκαετία του ’60 Σουηδούς Σγεβάλ και Βαλέε, ανδρόγυνο στη ζωή και στη γραφή· στα καθ’ ημάς η πρώτη διδάξασα, τη δεκαετία του ’80, υπήρξε η παρακαθήμενη Τιτίνα Δανέλλη, με το αστυνομικό μυθιστόρημα «Ένα και ένα κάνουν όσο θες», το οποίο έγραψε σε συνεργασία με τον Μάνο Κοντολέοντα.

Όπως προκύπτει από τα λεγόμενα των προαναφερθέντων, και όχι μόνο, συγγραφέων, ο «καταμερισμός εργασίας» σε αυτές τις περιπτώσεις γίνεται, συνήθως, ως εξής: είτε ο ένας συγγραφέας χτίζει την πλοκή και ο άλλος πλάθει τους χαρακτήρες, είτε ο ένας αναλαμβάνει να γράψει τους διαλόγους και ο άλλος την πρόζα ή ο ένας επεξεργάζεται τη «θεωρία» και ο άλλος την εφαρμόζει στην «πράξη» ή μοιράζουν, απλώς, τα κεφάλαια μεταξύ τους.

Η Γεωργία Παπαλυμπέρη και η Κωνσταντίνα Μόσχου όμως (αναφέρω τα ονόματα με τη σειρά που αναγράφονται στο εξώφυλλο) έχουν διαλέξει έναν άλλον, μοναδικό, απ’ όσο είμαι σε θέση να γνωρίζω, τρόπο συνεργασίας. Τα μυθιστορήματά τους - λέω «μυθιστορήματα», γιατί τα ίδια ισχύουν και για το προηγούμενο βιβλίο τους, το Αγάπησα τον δολοφόνο μου – είναι γραμμένα με την τεχνική της διπλής οπτικής γωνίας, με την τεχνική των δύο αφηγητών, των δύο ισότιμων από άποψη παρουσίας, ευδιάκριτων μεταξύ τους «φωνών». Οι συγγραφείς μας, δηλαδή, δεν μοιράζονται μόνο τα κεφάλαια, αλλά και τους πρωταγωνιστές – κυρίως αυτούς.

Tο Αγάπησα τον δολοφόνο μου – το οποίο, παρεμπιπτόντως, σας συστήνω ανεπιφύλακτα να διαβάσετε – είναι χωρισμένο σε δύο ισομεγέθη μέρη, το καθένα με διαφορετική «υπογραφή», το καθένα με διαφορετικό πρωταγωνιστή-αφηγητή των ίδιων γεγονότων, εξιστορούμενων σε πρώτο πρόσωπο, αρχικά από κάποιον που, λόγω αντικειμενικών και υποκειμενικών συνθηκών, δεν αντιλαμβάνεται τι ακριβώς συμβαίνει (το ίδιο και ο αναγνώστης), και τη δεύτερη φορά από κάποιον με επίγνωση της καταστάσεως (όχι πλήρη, βέβαια, ώστε το μυστήριο να μην εξιχνιάζεται ολοκληρωτικά παρά μόνο στο τέλος του βιβλίου).

Η αρχιτεκτονική τού Όλα για τη ζωή μου είναι πιο περίπλοκη. Οι δύο πρωταγωνιστικές «φωνές» εναλλάσσονται μεταξύ τους: στα μονά κεφάλαια παρακολουθούμε τη δράση από την οπτική γωνία της Ζωής, δεύτερης συζύγου του εξαφανισθέντος μεγαλοεπιχειρηματία Ιάσονα Φωκιάδη, και στα ζυγά κεφάλαια τα τεκταινόμενα παρουσιάζονται από την οπτική γωνία της Μάγδας, κόρης του Ιάσονα από τον πρώτο του γάμο, ιδιωτικού ντετέκτιβ στο επάγγελμα. Σημειωτέον ότι εδώ οι συγγραφείς μας επιλέγουν την τριτοπρόσωπη εξιστόρηση όλων των γεγονότων, σοφά ποιούσες, γιατί η αφήγηση σε πρώτο πρόσωπο είτε από τη Ζωή είτε από τη Μάγδα είτε και από τις δύο, θα εμπόδιζε την πρόοδο του μύθου.

Με αυτά τα δεδομένα, θα έλεγα ότι, ενώ το Αγάπησα τον δολοφόνο μου θυμίζει θεατρική παράσταση ιδωμένη πρώτα από την πλατεία και ύστερα από τα παρασκήνια, το Όλα για τη ζωή μου θα το παρομοίαζα με μουσική σύνθεση για δύο βασικά όργανα, τα οποία ακούγονται εκ περιτροπής στο μεγαλύτερο μέρος του έργου, και πολυπληθή συνοδεία – με ένα κοντσέρτο για δύο πιάνα και συμφωνική ορχήστρα! – και εξηγώ:

Από τη μία πλευρά έχουμε τη Ζωή, την κοσμική, τρυφηλή, καθώς πρέπει, λεπτεπίλεπτη κυρία Φωκιάδη, της οποίας η αρχική, διάχυτη, κατά τα φαινόμενα έμφυτη ανησυχία κλιμακώνεται μετά την εξαφάνιση του άντρα της σε αγωνία και κορυφώνεται σταδιακά σε τρόμο και απόγνωση, στο μέσον περίπου του μυθιστορήματος, όπου η Ζωή θα φτάσει στο χείλος της αβύσσου· όμως, προς γενική έκπληξη (όχι μόνο των δευτερευόντων ηρώων, αλλά και του αναγνώστη) στο δεύτερο μισό του βιβλίου θα ανατρέψει τις έως τότε διαδεδομένες απόψεις για τον χαρακτήρα της, αποδεικνύοντας εμπράκτως ότι δεν ήταν το πρόσωπο που εν πολλοίς και η ίδια νόμιζε πως ήταν· η αδύναμη, φοβισμένη, ευάλωτη γυναίκα (δεν είναι τυχαία η αναφορά στις συχνές λιποθυμίες της) που σε μία δύσκολη στιγμή επιζητούσε την αντρική στήριξη ή αποδοχή, η νάρκισσος που είχε υπερβολική εμπιστοσύνη στα σωματικά θέλγητρά της, η ερωμένη-τρόπαιο, όπως έβλεπε η ίδια τον εαυτό της ή η σύζυγος-χρυσοθήρας, όπως την έβλεπαν οι περισσότεροι από τους άλλους ήρωες του μυθιστορήματος, θα αναλάβει δράση, θα αρχίσει να ερευνά η ίδια τη μυστηριώδη εξαφάνιση του συζύγου της, θα αδιαφορήσει για τις κοινωνικές συμβάσεις, θα επιδείξει θάρρος, ψυχραιμία και εξυπνάδα, θ’ αλλάξει ζωή!

Από την άλλη πλευρά έχουμε τη Μάγδα, τη μοναχική, αν και σεξουαλικά απελευθερωμένη, παρορμητική, σκληραγωγημένη δεσποινίδα Φωκιάδη, της οποίας η αρχική, διάχυτη, κατά τα φαινόμενα έμφυτη εριστικότητα κλιμακώνεται μετά την εξαφάνιση του πατέρα της σε οργή και κορυφώνεται σταδιακά σε μανία και μίσος, στο μέσον περίπου του μυθιστορήματος, όπου η Μάγδα θα φτάσει στα όρια της αντοχής της· όμως, προς γενική έκπληξη, η κατάρρευση δεν θα φέρει την καταστροφή, αλλά τη σωτηρία της· έχοντας χάσει βίαια όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά του προσώπου που η ίδια επέμενε και περηφανευόταν, εν τη αφελεία της, πως ήταν το πραγματικό της, θα δει πόσο λάθος είχε κάνει· η δυναμική, παράτολμη γυναίκα που στις δύσκολες στιγμές «καθάριζε» μόνη της, η αλαζών που είχε υπερβολική εμπιστοσύνη στις ικανότητές της, η ερωμένη-κυνηγός, όπως έβλεπε η ίδια τον εαυτό της ή η κόρη-πριγκίπισσα, όπως την έβλεπε η πλειονότητα των άλλων ηρώων του μυθιστορήματος, θα μάθει  να μην αντιδρά σπασμωδικά και να μην είναι θυμωμένη με όλους και με όλα, θα συνειδητοποιήσει πως δεν τα ξέρει όλα ούτε όλα τα μπορεί, θα καταδεχθεί να ζητήσει βοήθεια, θα πάψει να είναι απόλυτη, θα ενηλικιωθεί, θ’ αλλάξει ζωή!

Καθώς οι δύο γυναίκες καταλαβαίνουν προοδευτικά, όχι τόσο ποιες πραγματικά είναι, όσο ποιες δεν είναι, μεταβάλλεται και η στάση της μιας έναντι της άλλης. Για να επιστρέψω στην παρομοίωση του διπλού κοντσέρτου, αρχικώς ο ήχος του ενός πιάνου δεν συμβαδίζει με τον ήχο του άλλου, ούτε στην ίδια κλίμακα παίζουν τα δύο βασικά όργανα ούτε με την ίδια ένταση και τέμπο, συν τοις άλλοις και επειδή ερίζουν για την εύνοια του μαέστρου-Ιάσονα· επίσης, το καθένα τους «συνομιλεί», αλληλεπιδρά με ορισμένα μόνο όργανα της ορχήστρας και όχι με όλα, δηλαδή η κάθε πρωταγωνίστρια με τους «δικούς της» ανθρώπους. Είναι τέτοια η αρχική δυσαρμονία μεταξύ των δυο τους, ώστε στην πρώτη συνάντησή τους στο εναρκτήριο κεφάλαιο, δεν αποτολμούν να ανταλλάξουν ούτε λέξη, φοβούμενες τη «διαφωνία» (μουσικός όρος, σημαίνει τον συνδυασμό ήχων που δεν είναι ευχάριστος στο αυτί). Η εξαφάνιση του μαέστρου επιτείνει την αμοιβαία καχυποψία τους, με αποτέλεσμα η δεύτερη συνάντησή τους, στο μέσον του βιβλίου, η οποία μόνο «βουβή» δεν είναι, να καταλήξει σε κακοφωνία, δηλαδή σε σύγκρουση και ασυνεννοησία, και να διακοπεί απότομα. Μόνο στην τρίτη και τελική συνάντησή τους, στα τελευταία κεφάλαια του μυθιστορήματος, οπότε και οι δύο πρωταγωνίστριες θα έχουν αλλάξει σκοπό και θα έχουν, εν αγνοία τους, συντονισθεί, η καθεμιά μέσω της προσωπικής της διαδρομής, μέσω του δικού της μουσικού δρόμου, τα δύο πιάνα θα «συμφωνήσουν», και θα παραχθεί ήχος αρμονικός από το ταυτόχρονο παίξιμό τους, η αλήθεια· ήχος θεσπέσιος για τα αυτιά του κοινού, που κλείνοντας το βιβλίο, είμαι βέβαιος, θα χειροκροτήσει νοερά τις δύο συνθέτριες.

Εμείς ας τις χειροκροτήσουμε δυνατά!

[20-4-2013, Πολιτιστικό Κέντρο Δήμου Περιστερίου]

Δευτέρα 10 Φεβρουαρίου 2014

ΚΡΑΣΙ ΜΕ ΣΤΡΥΧΝΙΝΗ της ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΓΕΡΟΖΗΣΗ



ΚΡΑΣΙ ΜΕ ΣΤΡΥΧΝΙΝΗ
Μυθιστόρημα της Κυριακής Γεροζήση (2012)



Τα βασικά χαρακτηριστικά γνωρίσματα που μας επιτρέπουν να κατατάξουμε ένα λογοτεχνικό έργο στην αστυνομική λογοτεχνία είναι τα εξής:
 1) Η αβεβαιότητα. Τα φαινόμενα απατούν. Οι άνθρωποι εξαπατούν. Δεν υπάρχει, a priori, καμία βεβαιότητα για το πού βρίσκεται η αλήθεια και πού το ψέμα.  
2) Η αρχικώς εσφαλμένη εικόνα της πραγματικότητας και η αμφισβήτησή της. Η εικόνα που παρουσιάζεται αρχικά στον αναγνώστη μοιάζει σαν ένα ανολοκλήρωτο παζλ, στο οποίο προστίθενται συνεχώς νέες ψηφίδες, ώσπου να αποκαλυφθεί η αλήθεια, να φανερωθεί δηλαδή η πραγματικότητα ως έχει. Με άλλα λόγια, υπάρχει εξ ορισμού κάποιο ερώτημα προς διερεύνηση, κάποιο μυστήριο προς εξιχνίαση. 
3) Η διασαλευθείσα από το ψεύδος ή το σφάλμα τάξη – και όχι από το έγκλημα, που, παρά την ευρέως διαδεδομένη άποψη, δεν είναι απαραίτητο συστατικό της αστυνομικής λογοτεχνίας – αποκαθίσταται με την εύρεση της αλήθειας.

Το «Κρασί με στρυχνίνη» διαθέτει και τα τρία αυτά χαρακτηριστικά, όπως γίνεται φανερό από τον τίτλο του ακόμη. Αφού ο φόνος των δύο νεαρών αθλητών, που αποδίδεται στην παράφορη ζήλια του συζύγου της αθλήτριας, διαπράττεται με πιστόλι και όχι με δηλητήριο, ο τίτλος κάνει τον αναγνώστη να αντιληφθεί εξαρχής ότι πίσω από αυτό το υποτιθέμενο ερωτικό έγκλημα, πρέπει να κρύβεται κάτι άλλο, το οποίο να δικαιολογεί τον - κυριολεκτικό ή συμβολικό άραγε; - τίτλο και το οποίο αναλαμβάνουν οι ήρωες του μυθιστορήματος να φέρουν στο φως. 

Ωστόσο, το «Κρασί με στρυχνίνη» δεν είναι ένα τυπικό αστυνομικό μυθιστόρημα – πόρρω απέχει. Η πρώτη ιδιαιτερότητά του είναι οι «ντετέκτιβ» της ιστορίας, οι διερευνητές του μυστηριώδους εγκλήματος. Σε αντίθεση με τα συνήθως κρατούντα στην αστυνομική λογοτεχνία, αυτοί δεν ανήκουν στις διωκτικές ή στις δικαστικές αρχές, οι οποίες, εκ του νόμου, έχουν ως έργο τους αυτήν τη διερεύνηση· εν προκειμένω, τόσο οι αστυνομικοί, όσο και οι δικαστές, είναι απολύτως βέβαιοι ότι η αρχική εκδοχή ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα· δεν βλέπουν κανένα μυστήριο, θεωρούν δε πως η τάξη έχει αποκατασταθεί με την καταδίκη του συζύγου της αθλήτριας, σύμφωνα με τη διαδικασία την προβλεπόμενη από τον νόμο. Δεν είναι ούτε επαγγελματίες ιδιωτικοί ερευνητές, μισθωμένοι από τους οικείους του καταδικασθέντος συζύγου. Είναι, κατ’ αρχάς, οι ίδιοι οι οικείοι του, άνθρωποι δηλαδή χωρίς καμία επαγγελματική σχέση, είτε δημοσίου, είτε ιδιωτικού δικαίου, με τη διαλεύκανση εγκλημάτων, οι οποίοι αναλαμβάνουν αυτοβούλως το δυσκολότατο έργο να εξιχνιάσουν την υπόθεση για να βοηθήσουν τον άνθρωπό τους, τον οποίο πιστεύουν για αθώο και με πόνο ψυχής βλέπουν να λιώνει μέσα στη φυλακή. Σύμμαχοί τους στην προσπάθεια αυτή είναι άνθρωποι μιας κατηγορίας μοναδικής στα χρονικά της αστυνομικής λογοτεχνίας, άνθρωποι με ξεχωριστή νοοτροπία και στάση ζωής, εκείνοι, δηλαδή, που τους αγγίζει το πρόβλημα του άλλου, που δεν διστάζουν να ξεβολευθούν ή και να διακινδυνέψουν για μία ξένη υπόθεση, για μία φαινομενικά χαμένη υπόθεση, που τους ενοχλεί η περίπτωση ένας αθώος να βρίσκεται στη φυλακή, που δεν ανέχονται την αδικία, και ας μην τους πλήττει προσωπικά. Σημειωτέον πως και οι μεν και οι δε, και οι οικείοι του καταδικασθέντος και οι αλληλέγγυοι παραστάτες τους είναι απλοί, συνηθισμένοι άνθρωποι. Δεν πρόκειται για άτομα εξωπραγματικής ευφυίας, για υπερ-εγκεφάλους που αρέσκονται να λύνουν μυστήρια χάριν της διανοητικής πρόκλησης (όπως συμβαίνει στο κλασικό αστυνομικό μυθιστόρημα, στο αστυνομικό αίνιγμα)· δεν πρόκειται για ήρωες, που δεν διστάζουν να βάλουν τη ζωή τους σε κίνδυνο προκειμένου να παταχθεί το έγκλημα, για άφοβους αστυνομικούς με υψηλή αίσθηση του καθήκοντος ή για παράτολμους, ανυποχώρητους μέχρι σημείου αυτοκαταστροφής, ιδιωτικούς ντετέκτιβ (όπως συμβαίνει στο μυθιστόρημα τύπου hard-boiled). Δεν πρόκειται όμως ούτε για απλούς ανθρώπους, οι οποίοι βρέθηκαν οι ίδιοι από τη μία στιγμή στην άλλη παγιδευμένοι και προσπαθούν να ξεμπλέξουν ανακαλύπτοντας την αλήθεια (όπως συμβαίνει στο αστυνομικό θρίλερ). Επίσης, τα δεδομένα της πραγματικότητας μέσα στην οποία κινούνται οι «ντετέκτιβ» της παρούσας ιστορίας, δεν παρουσιάζονται από τη συγγραφέα ως μία «ανωμαλία» στον προηγουμένως εύτακτο και εύρυθμο κόσμο, η οποία πρέπει να εξομαλυνθεί, με άλλα λόγια οι συνθήκες υπό τις οποίες δρουν οι ήρωες του βιβλίου, δεν αποτελούν την εξαίρεση, αλλά τον κανόνα - το «Κρασί με στρυχνίνη» δεν είναι ένα μυθιστόρημα φυγής, αλλά επαφής με την εποχή μας και τον κόσμο μας. Συμπερασματικά: οι πρωταγωνιστές της ιστορίας δεν είναι ούτε εξαιρετικοί άνθρωποι σε εξαιρετικές συνθήκες, ούτε συνηθισμένοι άνθρωποι σε εξαιρετικές συνθήκες, αλλά απλοί, κανονικοί άνθρωποι σε κανονικές συνθήκες. Αυτό που τους κάνει άξιους πρωταγωνιστές, αληθινούς ήρωες, είναι ότι συμπάσχουν με το δράμα του φυλακισμένου, τον οποίο θεωρούν αθώο, και ότι θέλουν πάση θυσία να επανορθώσουν την αδικία που πιστεύουν πως έχει γίνει εις βάρος του ξεσκεπάζοντας τους αληθινούς ενόχους· επιζητούν να αποκατασταθεί η αλήθεια, ο αθώος να αποδειχθεί αθώος και ο ένοχος ένοχος, χωρίς να φείδονται κόπων, χωρίς να υποχωρούν, παρά μόνο προσωρινά, μπροστά στις κάθε λογής αντιξοότητες και στους κινδύνους που συναντούν στην πορεία, χωρίς να τους κάμπτει, τελικά, ούτε καν η μοιρολατρική στάση του ίδιου του καταδικασθέντος, ο οποίος βρίσκει κάθε προσπάθεια μάταιη, γιατί είναι άνθρωποι που πιστεύουν ότι η αλήθεια και μπορεί και πρέπει κάποτε να λάμψει, και αγωνίζονται για αυτόν τον σκοπό. Είναι δε τέτοια η ορμή τους, ώστε προοδευτικά συμπαρασύρει με το μέρος τους και τους αρχικά φοβισμένους ή δικαιολογημένα δύσπιστους, όπως π.χ. τους συγγενείς των δύο θυμάτων. Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει και σ’ εμάς, τους αναγνώστες. Είναι τόσο καλογραμμένο το βιβλίο, τόσο συναρπαστικοί – χωρίς καμία ωραιοποίηση όμως – οι ιδιότυποι «ντετέκτιβ» της ιστορίας, ώστε προβάλουν σαν πρότυπα, αυτό δε γίνεται χωρίς πολλά και σπουδαιοφανή λόγια, κατά τρόπο αυτόματο, θα λέγαμε, ο οποίος, κατά τη γνώμη μου, και μεγάλη τέχνη εκ μέρους της συγγραφέως δείχνει, αλλά και την ειλικρίνειά της, τον ζήλο της, την πίστη της στο μήνυμα που θέλει, νομίζω, να μας μεταφέρει, ότι δηλαδή μόνο η πραγματική επιθυμία, η κοινή δράση και η εμπιστοσύνη, η φιλαλληλία που αυτή προϋποθέτει, μπορούν να φέρουν και την πιο βαθιά κρυμμένη αλήθεια στο φως, μπορούν να νικήσουν ακόμη και εχθρούς που φαντάζουν ακατανίκητοι (όσοι έχουν διαβάσει το βιβλίο, καταλαβαίνουν ότι αυτό δεν είναι υπερβολή), μπορούν να ανατρέψουν οποιαδήποτε δήθεν αναπόδραστη «μοίρα» - δηλ. status quo - και να ξεσκεπάσουν οποιαδήποτε φενάκη, όσο αναμφισβήτητη και αν παρουσιάζεται. 

Η άλλη μοναδικότητα του μυθιστορήματος είναι οι πλείστες αναφορές, οι οποίες, παρά τη συντομία τους, δεν συνιστούν απλή περιγραφή, αλλά εντελή παρουσίαση διαφόρων κοινωνικών και πολιτικών προβλημάτων από τον διεθνή χώρο, όχι αρκετά προβεβλημένων δυστυχώς, αναφορές τις οποίες η συγγραφέας, χρησιμοποιώντας έντεχνα προς τούτο τη δεύτερη προαναφερθείσα «κατηγορία» των «ντετέκτιβ» της ιστορίας - τους ξένους προς την υπόθεση, αλλά όχι προς τα θύματά της -, και χωρίς να διασπά την ενότητα της αφήγησης, συμπλέκει αριστοτεχνικά μεταξύ τους με το ματωμένο νήμα ενός εγκλήματος, που, όπως άλλωστε και τα «ξένα» προβλήματα για τα οποία γίνεται λόγος, εκ πρώτης όψεως δείχνει να αφορά περιορισμένο αριθμό ατόμων, δηλαδή μόνο τις οικογένειες των δύο θυμάτων και του φερόμενου ως θύτη. Με τις αναφορές αυτές, με τον κρίσιμο ρόλο που αναθέτει στους «αλληλέγγυους ξένους», καθώς και με την τροπή που δίνει στην κεντρική υπόθεση – η οποία, όπως αποδεικνύεται, δεν αφορά μόνο ένα ιδιωτικό δράμα, αλλά και ένα ακανθώδες διεθνές πρόβλημα – η συγγραφέας είναι σαν να μας λέει: «Και εμείς τι κάνουμε για όλα αυτά που συμβαίνουν γύρω μας και δεν μας επηρεάζουν άμεσα;» Συγχρόνως δε μας υποδεικνύει με λεπτό, εξόχως λογοτεχνικό τρόπο τι δεν πρέπει να κάνουμε: να μένουμε αδιάφοροι απέναντι σε ό,τι νομίζουμε πως δεν πρόκειται ποτέ να μας αγγίξει. 

[3-12-2012, Εταιρία Ελλήνων Λογοτεχνών]

Τρίτη 4 Φεβρουαρίου 2014

ΤΑ ΤΕΣΣΕΡΑ ΜΠΑΣΤΟΥΝΙΑ της ΤΙΤΙΝΑΣ ΔΑΝΕΛΛΗ

ΤΑ ΤΕΣΣΕΡΑ ΜΠΑΣΤΟΥΝΙΑ
 Μυθιστόρημα της Τιτίνας Δανέλλη (2009)
 
 
 
Αν σκοπός της τέχνης είναι να παρουσιάσει την ανθρώπινη κατάσταση με τρόπο αισθητικά άρτιο – ό,τι κι αν σημαίνει η λέξη «αρτιότητα» κατά καιρούς και κατά τόπους, τότε ο καλλιτέχνης πρέπει να διαθέτει τεχνική και ευαισθησία: τεχνική για να εκφράσει με τα μέσα της δικής του τέχνης, όσο το δυνατόν πληρέστερα, το συμπέρασμα στο οποίο έχει καταλήξει για τα ανθρώπινα χάρη στην ευαισθησία του. Λέγοντας δε ευαισθησία, εννοώ την ικανότητα του καλλιτέχνη να συλλαμβάνει τους κραδασμούς, τα υπόγεια ρεύματα της κοινωνίας, τα οποία και επεξεργάζεται εν συνεχεία με την τεχνική, ώστε να δημιουργήσει το έργο του. Αν ο καλλιτέχνης δεν είναι ένας ανοικτός «δέκτης», το έργο του, όσο άρτιο και αν είναι αισθητικά, δεν θα αφορά παρά μόνο τη ματαιοδοξία του.
Για το αισθητικά άρτιο αποτέλεσμα του μυθιστορήματός σου, τα λόγια περιττεύουν: η ανάγνωσή του ήταν πραγματική απόλαυση για μένα – στην απόλαυση συμπεριλαμβάνω και τη συγκίνηση από τη συνάντηση Μάκη-Λουκίας-Αναρχίας. Ή μάλλον, για να είμαι ελικρινής, δεν περιττεύουν, απλώς εγώ δεν είμαι αρκετά καταρτισμένος ώστε να αναλύω ζητήματα μορφής.
Περνάω λοιπόν, στο περιεχόμενο: Τα τέσσερα μπαστούνια είναι, κατά τη γνώμη μου, μια σύνθεση, ένα μεικτό είδος, ένα ευτυχισμένο «ζευγάρωμα» του αστυνομικού αινίγματος με το κοινωνικοπολιτικό αστυνομικό. Η εξιχνίαση της μυστηριώδους εξαφάνισης της θείας Τζούλι ανήκει στο πρώτο είδος, το κλασικό whodunit, το οποίο, ως γνωστόν, αποτελεί γέννημα-θρέμμα του βρετανικού πολιτισμού. Εξού κι οι πρωταγωνιστές εδώ είναι βρετανοί, με όλα τα συμπαρομαρτούντα: Κρυψίνοια, μυστικές υπηρεσίες, καταπιεσμένα συναισθήματα που βρίσκουν διέξοδο στον φόνο, ο public servant που θυσιάζει ό,τι καλύτερο κρύβει μέσα του για να υπηρετήσει την Αυτοκρατορία και αναπληρώνει την πλήρη έλλειψη νοήματος στη ζωή του με το «παιχνίδι», το game, δηλ. το κυνήγι, τα σπορ, τις πολιτικές ίντριγκες, τα αστυνομικά αινίγματα κτλ. (Ο driver του άγγλου υπηκόου είναι το μπαστούνι του γκολφ του, χωρίς αυτόν θα κατέρρεε.) Ομολογώ πως δεν έχω διαβάσει καλύτερη περιγραφή της «βρετανικότητας» από τη δική σου. Για να χρησιμοποιήσω κι έναν αγγλισμό: Αν αυτή η εντελής περιγραφή δεν αποτελεί απόδειξη έκτακτης συναισθηματικής ευφυίας και ευαισθησίας, δεν ξέρω τι άλλο θα μπορούσε να αποτελέσει (απόδειξη κτλ).
Ή μάλλον ξέρω μια εξίσου ισχυρή απόδειξη: Την ανάλυση των γεγονότων του Δεκεμβρίου 2008, την οποία δίνεις χωρίς καμία αναφορά στα πραγματικά περιστατικά (όπως θα έκανε ένας δημοσιογράφος ή ένας ιστορικός), αλλά με τον τρόπο του καλλιτέχνη, που ούτε λέει, ούτε κρύβει, αλλά σημαίνει, που δεν δηλώνει ούτε διδάσκει, αλλά υποδηλώνει και θεραπεύει. Το ελληνικό σκέλος του μυθιστορήματος κινείται στο πεδίο του κοινωνικοπολιτικού αστυνομικού, γιατί το ζήτημα δεν είναι να λυθεί κάποιο ιδιωτικό «αίνιγμα», αλλά να αποτραπεί μια κοινωνική «ανάφλεξη». Και παρατηρούμε τα εξής καταπληκτικά: Το πρώτο θύμα της αστυνομικής βίας είναι γιος στενού φίλου του αρχηγού της αστυνομίας. Η εξεγερμένη νέα (η Αναρχία) είναι κόρη εκτός γάμου του αρχηγού της Αντιτρομοκρατικής και γαληνεύει, όταν συμφιλιώνεται με τον πατέρα της! Ο βραχύβιος αρχηγός της αστυνομίας σκοτώνεται όχι από χέρι εξεγερμένου νέου, αλλά από έναν δόλιο υφιστάμενό του, αποφασισμένο για όλα. Εδώ βρισκόμαστε πολύ μακριά από τις οικονομικές-αστυνομικές αναλύσεις του φαινομένου, μας τοποθετείς κατευθείαν στην καρδιά του ζητήματος: Ποιος μας δίδαξε ανθρωπιά; That is the question. Γιατί βρισκόμαστε στην Ελλάδα, όπου τον πρώτιστο ρόλο τον έχουν οι σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων. Το σχήμα απρόσωπη, κατασταλτική Εξουσία από τη μία και εξεγερμένη νεολαία από την άλλη, αποδεικνύεται απλό σχήμα, αναιρείται έμπρακτα από το ανθρώπινο αυτεξούσιο. Η «άλλη» πλευρά δεν είναι η αστυνομία, αλλά το Σύστημα, που τρέφεται από την εγωιστική, την αδηφάγο πλευρά ορισμένων, η οποία τους έχει παρασύρει ώστε να μην έχουν σχέση με κανέναν. Αυτή είναι η ρίζα του προβλήματος. Σχολιάζεις, επίσης, και τη δυνατότητα ενός κακόβουλου παράγοντα, ενός agent provocateur να πυροδοτεί με μεγάλη ευκολία ανάλογες εξελίξεις, σχόλιο χωρίς το οποίο, νομίζω, καμία ανάλυση των γεγονότων του Δεκέμβρη δεν μπορεί να είναι πλήρης. Με άλλα λόγια, αν κάποιος θέλει να καταλάβει τι ακριβώς συνέβη τον περασμένο Δεκέμβρη στην Αθήνα, εγώ θα του συνιστούσα να διαβάσει Τα τέσσερα μπαστούνια.
Όσο για το «ζευγάρωμα» αυτό καθ’ αυτό του βρετανικού αστυνομικού αινίγματος με το ελληνικό κοινωνικοπολιτικό αστυνομικό, νομίζω πως αν ο Βασίλης διαβάσει την τελευταία παράγραφο, θα καταλάβει γιατί χρειαζόταν: Για να δούμε με καθαρό βλέμμα κι εμείς μαζί με τον Τόμας τις διαφορές μιας νοοτροπίας (παγκόσμιας σήμερα) που δίνει την προτεραιότητα στην ασφάλεια του ατόμου (του τομαριού του), από μια άλλη που δίνει προτεραιότητα στην ελευθερία του ανθρώπου (να δεσμεύεται με τον συνάνθρωπό του, χωρίς τον οποίο δεν μπορεί να ζήσει), και να καταλάβει τη χρεωκοπία της πρώτης, αφού οδηγεί σε βίο αβίωτο. Για να δούμε τον Τόμας να ωριμάζει – όχι επειδή έμαθε την αλήθεια για τον θάνατο της θείας του, αλλά επειδή έμαθε την αλήθεια για τη ζωή της. Με άλλα λόγια, επειδή έμαθε ότι το κλειδί είναι η καρδιά.         
 
 
[18-10-2010, Δημοτική Αγορά Κυψέλης]

ΜΑΥΡΗ ΜΠΙΡΑ του ΒΑΣΙΛΗ ΔΑΝΕΛΛΗ



ΜΑΥΡΗ ΜΠΙΡΑ
Μυθιστόρημα του Βασίλη Δανέλλη (2011)

 
Λίγα λόγια για την υπόθεση του βιβλίου

Ο Αντρέας (αγνώστων λοιπών στοιχείων), νεαρός μουσικός, που βγάζει τα προς το ζην παίζοντας κιθάρα στους δρόμους της Αθήνας, πρωταγωνιστής και αφηγητής της ιστορίας, συναντά τυχαία ένα βράδυ σε μία ιρλανδική παμπ, κάπου στο Μοναστηράκι, τον οιονεί συνάδελφό του Λάζαρο (επίσης αγνώστων λοιπών στοιχείων), «ακροβάτη του δρόμου». Εκείνος, μεθυσμένος από ευτυχία και οινόπνευμα, λέει στον Αντρέα ότι «έχει πιάσει την καλή» και ότι από την άλλη μέρα αλλάζει ζωή, στο πλευρό της όμορφης και εύπορης πολυαγαπημένης του Άσπας, η οποία τον είχε απορρίψει, κατόπιν δοκιμής, για οικονομικούς λόγους. Ωστόσο, λίγη ώρα αργότερα δολοφονείται. Την επομένη ο Αντρέας πληροφορείται, τυχαία πάλι, τη δολοφονία ενός αγνώστου με τα χαρακτηριστικά του Λάζαρου, και σπεύδει στο αστυνομικό τμήμα της περιοχής για να μάθει περισσότερα. Το μόνο όμως που μαθαίνει, είναι ότι ο Λάζαρος θα ταφεί ανώνυμα, όπως οι άποροι και οι αγνώστων στοιχείων. Προκειμένου να συγκεντρώσει τα απαραίτητα για μία κανονική κηδεία χρήματα, πλησιάζει τους φίλους και γνωστούς του δολοφονημένου (οικογένεια δεν υπάρχει), καθώς και την περιβόητη Άσπα. Φτάνει στο έσχατο σημείο (σύμφωνα με τη δική του οπτική) να ζητήσει δανεικά από τη μητέρα του. Οι προσπάθειές του όμως πέφτουν στο κενό. Ο Λάζαρος παραχώνεται όπως-όπως σ’ έναν ανώνυμο τάφο. Ο Αντρέας, συντετριμμένος από αυτή την αποτυχία, τελευταία μιας ολόκληρης σειράς αποτυχιών που συναπαρτίζουν τη ζωή του, βιώνει μία ισχυρότατη, υπαρξιακή κρίση, η οποία τον οδηγεί στην οριστική και ανυποχώρητη απόφαση να ανακαλύψει ο ίδιος τον δολοφόνο του Λάζαρου - αφού κανείς άλλος, ούτε καν η αστυνομία ενδιαφέρεται -, να «μάθει την αλήθεια» πάση θυσία.  

Αστυνομικό μυθιστόρημα

Πρόκειται για μία καθαρόαιμη «αστυνομική» ιστορία, που συνδυάζει το κλασικό whodunit [ένας ερασιτέχνης «ντετέκτιβ» υποκαθιστά την ανίκανη αστυνομία, ο αριθμός των υπόπτων είναι συγκεκριμένος, τα κίνητρα ποικίλα, τα φαινόμενα απατούν, ο συγγραφέας παρέχει στον αναγνώστη τις απαραίτητες ενδείξεις για να ανακαλύψει τον ένοχο πριν από τον «ντετέκτιβ» – αλά Άγκαθα Κρίστι μάλιστα, άρα προσέξτε πολύ τι ακριβώς λένε οι ύποπτοι] με το νεότερό του noir, το «σκοτεινό» αστυνομικό αφήγημα [ο πρωταγωνιστής είναι καταθλιπτικός, κυνικός, απογοητευμένος από όλους και όλα, το χιούμορ του μαύρο, ο υπόκοσμος και η βία (φυσική και ψυχολογική) βρίσκονται σε πρώτο πλάνο, η διαφθορά και η παρακμή είναι διάχυτες, ο αστικός χώρος (το φόντο) όπου κινείται είναι, ως επί το πλείστον, υποβαθμισμένος, ακόμη και ο ουρανός (με όλες τις συνδηλώσεις της λέξης) είναι μονίμως κατσούφης].


Κοινωνικοπολιτικό μυθιστόρημα

Είναι, επίσης, μία πανοραμική «ακτινογραφία» της πρωτεύουσας στα πρόθυρα της οικονομικής κρίσης, του χώρου και των ανθρώπων της, από έναν οξυδερκή, ακάματο και ανελέητο παρατηρητή-σχολιαστή. Μία διευκρίνιση: η «παρατήρηση» δεν νοείται εδώ οπτική, αλλά με όλες τις αισθήσεις· ο πρωταγωνιστής καταγράφει και τους ήχους (οχληρούς ως επί το πλείστον, με κυριότερη εξαίρεση εκείνους της δικής του αγαπημένης, της κιθάρας του) και τις (δυσάρεστες) οσμές και τις (έντονες) γεύσεις, ακόμη και τις απτικές του εντυπώσεις.
Ποικιλία χώρων: Το ιστορικό κέντρο όλες τις ώρες της ημέρας και της νύχτας, οι δρόμοι, τα μπαρ και τα καφενεία του, ένα αστικό λεωφορείο, ένα ταξί, ο ηλεκτρικός σιδηρόδρομος, το Γ΄ Νεκροταφείο, μία μάντρα αυτοκινήτων στα όρια της πόλης, ένα στριπτιζάδικο, τα βόρεια προάστια, τα Πατήσια, ένα εργοστάσιο στο Θριάσιο πεδίο.
Ποικιλία ανθρώπων: «Καλλιτέχνες του δρόμου», ζητιάνοι, χειρώνακτες, σερβιτόροι, μπάρμεν, ταξιτζήδες, γιατροί, γραμματείς, κομμώτριες, στριπτιζούδες, μπράβοι, νονοί του οργανωμένου εγκλήματος, αστυνομικοί, μικροαστοί, βιομήχανοι, κυρίες του καλού κόσμου, μετανάστες, σπιτονοικοκύρηδες, άστεγοι, νέοι, γέροι, γονείς, παιδιά, πλούσιοι, φτωχοί, απατεώνες, ιδεαλιστές, ζωντανοί, πεθαμένοι, όλη η Αθήνα, όλη η σημερινή Ελλάδα θα λέγαμε, παρουσιάζεται μπροστά μας – ή καλύτερα αποκαλύπτεται, καθ’ όσον...


Ψυχολογικό μυθιστόρημα

...όχι μόνον όλοι οι χαρακτήρες, ακόμη και οι τριτεύοντες, αποτυπώνονται με τόση ενάργεια και παραστατικότητα, ώστε να μοιάζουν ολοζώντανοι, αλλά είναι και τόσο πιστά πλασμένοι κατ’ εικόνα του πραγματικού «προτύπου» τους, ώστε να είναι ολοζώντανοι. Οι χαρακτήρες του Δανέλλη δεν είναι αποκυήματα της πλούσιας φαντασίας ενός δεξιοτέχνη συγγραφέα, αλλά προϊόντα της σχολαστικής παρατήρησης ενός ευφυούς λογοτέχνη. Είναι αληθινοί, πραγματικοί άνθρωποι, με όλες τους τις αντιφάσεις, όπως αντιλαμβάνεται, από ένα σημείο κι έπειτα, και ο αρχικώς προκατειλημμένος, εν πολλοίς, πρωταγωνιστής-αφηγητής – μαζί του και εμείς οι αναγνώστες.


Ο Αντρέας – Μυθιστόρημα ενηλικίωσης

Πρωταγωνιστής ο οποίος, στην αρχή του βιβλίου, μας αυτοπαρουσιάζεται ως ένας μίζερος, μοναχικός, πάμφτωχος νέος, παραιτημένος από τη ζωή, αδιάφορος για τους άλλους και τον εαυτό του, ένας απαισιόδοξος αλλά πεισματάρης περιθωριακός χωρίς αύριο και χωρίς καμία δέσμευση, χωρίς καμία αληθινή σχέση, παρά μόνο με τη μοναδική του αγάπη και απαντοχή, την κιθάρα του - ένα είδος «μεταβατικού αντικειμένου», το οποίο δεν αποχωρίζεται ποτέ. Οι απόψεις του για την κοινωνία είναι απόλυτες: πρόκειται για καμουφλαρισμένη ζούγκλα. Όσοι έχουν τη δυνατότητα, απολαμβάνουν τις καταναλωτικές ανέσεις που προσφέρει, σαν δόλωμα, το Σύστημα, δίχως να νοιάζονται για τους υπόλοιπους. Αυτοί οι τελευταίοι αγωνίζονται να επιβιώσουν όπως-όπως, άλλος με τον φόβο, άλλος με την ελπίδα, άλλος με το μίσος και την οργή. Ο ίδιος παρατηρεί τους πάντες αποστασιοποιημένος, σαν ξένος, ελεύθερος από τα υλικά αγαθά και τα αγαθά συναισθήματα, που αντιπροσωπεύουν στα μάτια του μία θανάσιμη παγίδα, από την οποία θεωρεί ότι έχει ξεφύγει οριστικά αφ’ ότου διέρρηξε κάθε δεσμό με τη μεσοαστική, καταπιεστική (από αγάπη) οικογένειά του, την παγίδα του προκαθορισμού. Ωστόσο, ούτε η νέα του ζωή, η υποτίθεται ελεύθερη, τον ικανοποιεί, με αποτέλεσμα να νιώθει αποτυχημένος. Πιστεύει, εντούτοις, ότι αν παρεκκλίνει από τον κυκλοτερή δρόμο που έχει χαράξει, θα ξαναπέσει στην ίδια παγίδα, γι’ αυτό φροντίζει και καταπνίγει το αίσθημα της αποτυχίας, που τον κατατρύχει, με το αλκοόλ και το χασίς.
Δεν θα μπορέσει όμως να κάνει το ίδιο, όταν αθετήσει την υπόσχεσή του προς τον νεκρό Λάζαρο – την ιερή υποχρέωσή του (βλ. Αντιγόνη του Σοφοκλή) - να τον κηδέψει αξιοπρεπώς, όταν δει τον φίλο του θαμμένο σ’ έναν ανώνυμο τάφο. Εκείνο το αίσθημα της αποτυχίας θα γιγαντωθεί τότε και θα τον συντρίψει. Ο Αντρέας θα αρρωστήσει. Θα αγγίξει το μηδέν. Μέσα στην άβυσσο θα δει οράματα, θα συνομιλήσει με τον νεκρό φίλο του. Θα περάσει μέσα από την κάμινο της αμφιβολίας. Και τελικά, «την τρίτην ημέρα κατά τας γραφάς» Βασιλείου του Δανέλλη, θα αναγεννηθεί!
Που πάει να πει: θα συντρίψει τις αλυσίδες του προκαθορισμού, αυτή τη φορά στ’ αλήθεια. Γιατί η προκαθορισμένη πορεία του, η «φυσική» του πορεία, είναι η υποταγή στην ανάγκη, η χωρίς νόημα και σκοπό «ζωή» – δηλαδή η επιβίωση με κάθε ιδιοτελές μέσο, με τον φόβο, την ελπίδα, το μίσος, την οργή. Ο Αντρέας θα αποκτήσει αληθινή ζωή, όταν η ζωή του αποκτήσει αληθινό νόημα, ανιδιοτελή σκοπό – αυτόν συμβολίζει η αμετάκλητη απόφασή του «να μάθει την αλήθεια», μία «αλήθεια» που θα έπρεπε να του είναι αδιάφορη, αφού ούτε να τη χρησιμοποιήσει ως μέσον πλουτισμού θέλει, ούτε να εκδικηθεί επιθυμεί, ούτε να αποδώσει δικαιοσύνη - θέλει απλώς να «μάθει»! Προηγουμένως είχε προσπαθήσει να γίνει αυτό που ήταν εξαρχής (ο «πραγματικός» του εαυτός, μια φαντασίωση) – και είχε αποτύχει. Τώρα είναι «αυτό που γύρευε» (Ελύτης, Λακωνικόν), δηλαδή αυτό προς το οποίο τείνει (ο μελλοντικός του εαυτός, ο μετέχων της αληθείας) – και θα πετύχει, ανεξαρτήτως αν τα καταφέρει να ανακαλύψει τον δολοφόνο. Θα πετύχει, γιατί θα έχει αρχίσει να ζει. Θ’ αρχίσει να ζει, γιατί θα έχει αποφασίσει να θυσιαστεί.
Αυτός ο νέος Αντρέας θα είναι πολύ διαφορετικός από τον παλιό. Θα κοιτάξει, πρώτα-πρώτα, μέσα του. Θα καταλάβει ότι οι προηγούμενες πράξεις του ήταν κυρίως αποτέλεσμα αντίδρασης, μία μάταιη προσπάθεια να αποδράσει από τον προκαθορισμό. Θα ντραπεί, θα μετανιώσει. Θα συνειδητοποιήσει ότι αν έπινε, ήταν επειδή είχε στεγνώσει η καρδιά του. Θα «ανοιχτεί» στη γυναίκα που τον αγαπά. Με πείσμα καζαντζακικού ασκητή θα υπερβεί τις δυνατότητες και τις αντοχές του. Θα τα βάλει με Λαιστρυγόνες και με Κύκλωπες. Θα ξεγλιστρήσει μέσα απ’ τα χέρια της Κίρκης. Θα περάσει ανάμεσα από τη Σκύλλα και τη Χάρυβδη, προτού αξιωθεί τη φώτιση από εκεί που δεν το περιμένει (εξόχως συμβολική και η πηγή της φώτισης). Αλλά δεν θα αρκεστεί στην έμμεση γνώση. Δεν θα ησυχάσει, αν δεν ακούσει από τον ίδιο τον δολοφόνο την ομολογία της ενοχής του. Μόνο τότε θα έχει φτάσει στη δική του Ιθάκη, την «πτωχική Ιθάκη», όπως λέει ο Καβάφης, που όμως του «έδωσε το ωραίο ταξίδι».
Και σ’ εκείνον και σ’ εμάς τους αναγνώστες της Μαύρης Μπίρας!



[6-4-2012, Δημοτική Αγορά Κυψέλης]

Σάββατο 1 Φεβρουαρίου 2014

ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ ΤΗΣ ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ


ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ

Η ακρόαση

           Τα γόνατα του νεαρού Ντίνου Πρωτονοτάριου έχουν παραλύσει. Δεν μπορεί να κουνηθεί. Δεν μπορεί να μιλήσει. Έχει χάσει τον έλεγχο του σώματός του, λες και βρίσκεται μέσα σε όνειρο. Στην πραγματικότητα βρίσκεται μέσα στο γραφείο του Περικλή Δημούλη, του επιφανέστερου εκπροσώπου τής ελληνικής αστυνομικής λογοτεχνίας, σε απόσταση αναπνοής από το ίνδαλμά του. Δυσκολεύεται να το πιστέψει, κι ας βλέπει μπροστά του τον πασίγνωστο συγγραφέα με σάρκα και οστά.
           «Καλώς τον!» τον χαιρετάει ο χαμογελαστός μεσήλικας με τα ψαρά γένια, που συναισθάνεται το τρακ του επίδοξου συναδέλφου του, και σηκώνεται για να του σφίξει το χέρι.
           Η φιλική διάθεση του πολυδιαβασμένου και πολυβραβευμένου λογοτέχνη βοηθάει τον συνεσταλμένο δημοσιογράφο να ξεπεράσει την αλαλία, την ακινησία, όχι όμως και την αμηχανία του. Κάθεται άκρη άκρη στην καρέκλα του και με ένα ακατάληπτο ψέλλισμα, συνοδευόμενο από μια ευγενική χειρονομία, αρνείται το κέρασμα του Δημούλη.
           «Ο Τίτος μού έχει μιλήσει με τα καλύτερα λόγια για το γράψιμό σου», λέει τότε εκείνος, εννοώντας τον αρχισυντάκτη και νονό του Ντίνου. «Για τα δημοσιογραφικά κείμενά σου, γιατί, απ’ ό,τι μου έχει πει, τα άλλα δεν τα δείχνεις σε κανέναν!
    Ο νεαρός χαμηλώνει τα μάτια.
   «Θα συμφωνήσω μαζί του!» συνεχίζει ο Δημούλης. «Έχω διαβάσει κι εγώ κάποια δικά σου ρεπορτάζ. Σου ταιριάζει το κοινωνικό, έχεις “μάτι” για τις λεπτομέρειες!»
          «Σας ευχαριστώ».
          «Και τους δυο μας;»
          «Ό... όχι, εσάς».
          «Μίλα μου στον ενικό να μην μπερδευόμαστε!» τον διακόπτει ο προσηνής συγγραφέας. «Λέγε με Λάκη».
          «Εντάξει», κάνει ο Ντίνος, και ανεβάζει τα χοντρά γυαλιά του, που είχαν γλιστρήσει στη μύτη του.
         Ο Δημούλης (εμείς θα συνεχίσουμε να τον αποκαλούμε έτσι) πίνει μια γουλιά από τον καφέ του, ανάβει τσιγάρο και λέει:
  «Κι εγώ από εφημερίδα ξεκίνησα. Μεγάλο σχολείο το ρεπορτάζ για όποιον θέλει ν’ ασχοληθεί με την αστυνομική λογοτεχνία! Μαθαίνεις να γράφεις, και κυρίως τι να γράφεις!» 
  Ο Ντίνος ντρέπεται να ρωτήσει, αλλά ο Δημούλης αντιλαμβάνεται από το προβληματισμένο ύφος του ότι χρειάζεται επεξήγηση.
  «Μαθαίνεις τι συμβαίνει γύρω σου», διευκρινίζει. «Είναι βασική προϋπόθεση αυτή».
   «Α, μάλιστα...»
  «Ώσπου κάποια στιγμή ένιωσα ν’ ασφυκτιώ μέσα στην “κάσα”, οπότε αποτόλμησα τη μεγάλη έξοδο. Ήμουν τυχερός· η επιτυχία ήρθε πολύ γρήγορα, απ’ το πρώτο μου βιβλίο. Κι έτσι παράτησα τελείως τη δημοσιογραφία... Μόνο κανένα άρθρο γράφω στην εφημερίδα σου, αραιά και πού, όταν νιώθω την ανάγκη να παρέμβω δημόσια...»
  «Ναι, είδα χτες εκείνο το άρθρο για τα επεισόδια στο κέντρο... Διαβάζω ό,τι γράφετε, όχι μόνο τις ιστορίες του αστυνόμου Λέκκα!» ολισθαίνει ξανά στον πληθυντικό ο δημοσιογράφος.
  «Τις έχεις διαβάσει όλες;»
  «Εννοείται! Είμαι μεγάλος φαν...! Αλλά, μας έχετε αφήσει παραπονούμενους, τέσσερα χρόνια χωρίς Λέκκα είναι πολλά! Έχετε τώρα κάτι... ετοιμάζετε κάτι;»
  «Να σου πω την αλήθεια, με κούρασε ο Λέκκας. Παραείναι τέλειος! Το ξέρω πως ο κόσμος τον έχει αγαπήσει, αλλά δεν νομίζω να τον ξαναχρησιμοποιήσω. Ό,τι ήταν να δώσει, το έδωσε. Πρέπει να ανανεωνόμαστε!»
  Ο Ντίνος, αν και απογοητευμένος, ανεβοκατεβάζει μηχανικά το κεφάλι.
  «Και μιας και μιλάμε για ανανέωση, ας μιλήσουμε για το μέλλον, που είναι κιόλας εδώ!» αναφωνεί κατόπιν ο Δημούλης, σαν να παρουσιάζει τον εκκολαπτόμενο συνάδελφό του σε ένα αόρατο κοινό. «Λοιπόν... διάβασα πολύ προσεκτικά τα κείμενα που μου έστειλες...» Αφήνει το τσιγάρο του στο τασάκι και αρχίζει να ψάχνει τα χαρτιά πάνω στο γραφείο του. «Τι χάος είν’ αυτό!» σχολιάζει αυτοκριτικά.
  «Έτσι φανταζόμουνα πάντα το “εργαστήριο” ενός συγγραφέα!»
  «Ναι;» κάνει ο άλλος, χωρίς να διακόψει την έρευνά του. «Μόνο που δεν γράφω εδώ» - η συζήτηση γίνεται στην έδρα της εκδοτικής εταιρίας, στην οποία είναι μέτοχος ο καταξιωμένος λογοτέχνης -, «εδώ δουλεύω. Αλλού δουλεύω, αλλού δημιουργώ!»
  «Στο σπίτι σας γράφετε;»
 «Αποκλειστικά. Αλλά δεν εννοούσα το σπίτι μου... Πού στο καλό τα ’βαλα; ...Είναι αδύνατον να δημιουργήσει κανείς κλεισμένος μέσα σε τέσσερις τοίχους. Πρέπει να βγει έξω, ν’ αφουγκραστεί τη ζωή, να “πιάσει” τον σφυγμό της κοινωνίας! Α, να τα, επιτέλους! Λοιπόν· μου έστειλες τρία αποσπάσματα από ισάριθμες νουβέλες».
 «Διάλεξα απ’ την καθεμία το πιο χαρακτηριστικό απόσπασμα... κατά τη γνώμη μου».
 Ο εμπειρογνώμων γνέφει καταφατικά.
 «Το φαντάστηκα... Τα διάβασα με μεγάλη προσοχή και θέλω να σου πω ότι...»
 Κάνει μια παύση για να βάλει τις εκτυπωμένες σελίδες στη σωστή σειρά.
        Ο Ντίνος περιμένει με κομμένη την ανάσα. Έχει φτάσει η ώρα της κρίσεως.


Τα έγγραφα 

1

(Ύβρις)

Το επόμενο βράδυ όμως ένα απρόβλεπτο γεγονός γκρέμισε μεμιάς όλα αυτά τα σχέδια σαν πύργο από τραπουλόχαρτα.   
Έπλεκε ένα κασκόλ – πράσινο αυτή τη φορά – ρίχνοντας πού και πού καμιά ματιά στην τηλεόραση. Τον ήχο της τον είχε κλείσει. Είχε σιχαθεί τις ειδήσεις. Άλλωστε, τις είχε μάθει απ’ έξω: είτε για την οικονομική κρίση θα μιλούσαν είτε για διαρρήξεις και ληστείες. Ωστόσο, οι βουβές φιγούρες στην οθόνη της ελάφραιναν τη μοναξιά την οποία ένιωθε μέσα στο άδειο διαμέρισμα. 
Ξαφνικά χτύπησε το θυροτηλέφωνο.
Κοίταξε το επιτραπέζιο ρολόι πάνω στο γυάλινο χαμηλό τραπεζάκι. 9:07. Σαράντα ολόκληρα λεπτά για να ’ρθει μια πίτσα από το παραδιπλανό τετράγωνο! σκέφτηκε με αγανάκτηση. Αποφάσισε να μη δώσει φιλοδώρημα.
Άφησε το πλεκτό στον καναπέ. Πάτησε ένα κουμπί στο απαρχαιωμένο θυροτηλέφωνο. Οθόνη, φυσικά, δεν υπήρχε.
«Ναι;» ρώτησε.
«Η παραγγελία σας», ήρθε η βραχνή, σαν κόασμα, απάντηση μέσα από το ετοιμοθάνατο μεγάφωνο.
Πάτησε το άλλο κουμπί. Το κράτησε πατημένο, μέχρι που άκουσε την εξώπορτα της πολυκατοικίας να ανοίγει.
Από ένα δερμάτινο τσαντάκι έβγαλε 20 ευρώ. Μισάνοιξε την πόρτα.
Το ασανσέρ είχε φτάσει ήδη στον τέταρτο όροφο. Εκείνη τη στιγμή έβγαινε από μέσα ένας κάτισχνος ψηλός τριαντάρης. Φορούσε τζόκεϊ, φαρδύ παντελόνι, πουκάμισο ριχτό από πάνω. Κρατούσε μια διάφανη πλαστική σακούλα, που είχε μέσα ένα χαρτονένιο κουτί.
Πού την είχε ξαναδεί αυτή τη φάτσα; αναρωτήθηκε μόλις είδε την πλακουτσωτή μύτη, τα βλογιοκομμένα μάγουλα και το τεράστιο εξόγκωμα στον λαιμό του πιτσαδόρου, το οποίο μάλλον με πορτοκάλι έμοιαζε, παρά με καρύδι. Τόση ασχήμια δύσκολο να την ξεχάσει κανείς!
Αναλόγου γοητείας, διαπίστωσε ευθύς αμέσως, ήταν και η φωνή του. Θύμιζε βάτραχο, ακόμη και χωρίς την παρεμβολή του θυροτηλεφώνου.
«Ορίστε. Οχτώμισι ευρώ».
Μα πού τον είχε ξαναδεί; Σε προηγούμενη παραγγελία, σίγουρα όχι. Μήπως τον είχε πετύχει στη γειτονιά;
Με το ένα χέρι πήρε τη σακούλα, με το άλλο έδωσε το εικοσάρικο. Ακούμπησε την πίτσα πάνω στον μπουφέ.   
Ξαφνικά ένιωσε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά. Ο διανομέας έδειχνε να έχει αγχωθεί για κάποιον λόγο. Αργούσε υπερβολικά να βρει τα ρέστα. Μετρούσε και ξαναμετρούσε τα κέρματα που είχε βγάλει από την τσέπη του, σαν να μην μπορούσε να κάνει μια απλή πρόσθεση.
«Μια στιγμή, θα τα βρω...»
Είδε τα μάτια του να εστιάζουν στιγμιαία στο εσωτερικό του σπιτιού. Είδε το ελεύθερο χέρι του να πηγαίνει πίσω από την πλάτη του.
Έχει πιστόλι! σκέφτηκε με τρόμο – και τότε θυμήθηκε κι όλα τ’ άλλα.
Τίναξε το δεξί πόδι μπροστά. Ήξερε πως δεν είχε αρκετή δύναμη στα χέρια.
Ο ψευτοπιτσαδόρος, χτυπημένος στ’ αχαμνά, βόγγηξε και διπλώθηκε στα δύο.
Ο ήχος από τα κέρματα που έπεσαν κάτω πνίγηκε από τον πάταγο που έκανε το πιστόλι κατά την πρόσκρουσή του στο μάρμαρο του διαδρόμου.
Βλέποντας το όπλο, πάγωσε.
Ο άλλος άδραξε την ευκαιρία. Έτσι όπως ήταν διπλωμένος, όρμησε μουγκρίζοντας με το κεφάλι μπροστά, σαν ταύρος.
Προσγειώθηκαν στο ξύλινο πάτωμα. Το ανθρώπινο κουβάρι χωρίστηκε στα δύο για λίγες στιγμές. Μόλις σηκώθηκαν όρθιοι, ξανάσμιξαν σε εχθρικό εναγκαλισμό. Περιδινίστηκαν μέσα στο δωμάτιο, προσπαθώντας να ρίξει ο ένας τον άλλο κάτω.
Η πάλη ήταν άνιση. Ο δήθεν διανομέας είχε το σωματικό πλεονέκτημα.
Δεν είχε όμως την τύχη με το μέρος του. Μετά από ένα δυνατό σπρώξιμο παραπάτησε και σωριάστηκε με την πλάτη πάνω στο τραπεζάκι του σαλονιού. Ο σβέρκος του χτύπησε στη μυτερή γυάλινη γωνία. Έσπασαν και οι δύο.
Με πρόσωπο άσπρο σαν το πανί και μάτια γουρλωμένα από τον πανικό, έσκυψε πάνω από το πτώμα. Με το ίδιο χέρι που τον είχε σπρώξει στον θάνατο, έπιασε τον καρπό του.  
Δεν είχε σφυγμό.  
Το δωμάτιο πήρε να στριφογυρίζει χειρότερα από πριν. Έκλεισε τα μάτια για να διώξει την επίφοβη ζάλη, για να συγκεντρωθεί – έτσι συνήθιζε από μικρό παιδί. Τι θα έκανε τώρα; Σίγουρα ο «πιτσαδόρος» δεν είχε έρθει μόνος του, κάποιος θα τον περίμενε από κάτω. Πόση ώρα είχε μέχρι αυτός ο «κάποιος» να ανέβει να δει τι είχε γίνει; Αν περίμενε μέσα στην πολυκατοικία, ελάχιστα δευτερόλεπτα!
Έπρεπε να δράσει αμέσως.
Βγήκε στον μισοσκότεινο διάδρομο – το φως είχε σβήσει εντωμεταξύ. Κανένας ύποπτος θόρυβος. Άρπαξε το πιστόλι, ξαναμπήκε γρήγορα μέσα. Έκλεισε την πόρτα, την κλείδωσε – είχε δύο κλειδαριές, μία με κύλινδρο και μία για κλειδί «τρίαινα», από εκείνες με την οριζόντια σχισμή -, έβαλε και την αλυσίδα.
Ένα άλικο ρυάκι είχε αρχίσει να κυλάει κάτω από το πτώμα...
 
***

        Ο αστυνόμος Μακρής ένιωθε τα μάτια των αντρών του καρφωμένα πάνω του. Τα δικά του ήταν καρφωμένα πάνω στην κλειστή πόρτα. Πήρε βαθιά ανάσα. Σκούπισε τις ιδρωμένες του παλάμες στο παντελόνι του. Έβγαλε το πιστόλι του, το απασφάλισε. Κοπάνησε την πόρτα με τη γροθιά του.
        «Αστυνομία, ανοίξτε!» βροντοφώναξε.
        Πέρασαν λίγα δευτερόλεπτα μέσα σε νεκρική σιγή.
        Επανέλαβε το χτύπημα και τη διαταγή, χωρίς αποτέλεσμα.
         «Εμπρός, σπάστε τη, γρήγορα!» ούρλιαξε.
         Ένας σωματώδης ένστολος πήρε φόρα κι έπεσε με τον ώμο πάνω στην πόρτα. Έπειτα την κλώτσησε δυνατά, μία, δύο, τρεις φορές. Μάταια.
        «Είναι θωρακισμένη», είπε στον αστυνόμο, «να φέρουμε...»
        «Δεν προλαβαίνουμε, κάντε πέρα όλοι!» φώναξε εκείνος.
        Μόλις οι άλλοι απομακρύνθηκαν, σημάδεψε και πυροβόλησε τις δυο κλειδαριές.
        Μια γυναικεία στριγγλιά ακούστηκε από κάποιο διαμέρισμα του επάνω ορόφου. Κανείς δεν έδωσε σημασία.
        Ο ένστολος ξαναπροσπάθησε, η πόρτα υποχώρησε. Άνοιξε όσο επέτρεπε η αλυσίδα – αρκετά ώστε να διαλυθούν οι ελπίδες του αστυνόμου.
        Ο αρχιφύλακας Χουντουμάδης κείτονταν ακίνητος στο κέντρο του σαλονιού.
       Μία ακόμη κλωτσιά από τον ένστολο ξεμπάζωσε την αλυσίδα.
       Οι αστυνομικοί μπήκαν στο διαμέρισμα με άγριες κραυγές και προτεταμένα όπλα. Τελευταίος, βουβός, ο επικεφαλής τους.
Ο Μακρής έμοιαζε να μην έχει επαφή με το περιβάλλον. Η συνειδητοποίηση της ευθύνης του, έμμεσης έστω, για τον θάνατο του Χουντουμάδη, μπλόκαρε το μυαλό του. Δεν έπρεπε να τον έχει αφήσει να μπει μόνος του στην πολυκατοικία! Τι την ήθελε την αναγνώριση του εδάφους; Είχε υποτιμήσει τον κίνδυνο... Λάθος! Λάθος ανεπανόρθωτο, ασυγχώρητο! Αυτά σκεφτόταν καθώς περπατούσε σαν υπνωτισμένος προς τον νεκρό.
Μια ματωμένη πατημασιά πάνω στην πορεία του τον επανέφερε βίαια στο παρόν.
       «Πού είναι το κάθαρμα;» Φώναξε τόσο δυνατά, ώστε τον άκουσαν όλοι παρά τον ορυμαγδό.
Αμέσως έγινε ησυχία.
      Ο υπαστυνόμος Μιχόπουλος φάνηκε στο άνοιγμα της πόρτας που χώριζε το σαλόνι από το υπόλοιπο σπίτι.
      «Το σπίτι είναι άδειο, κ. αστυνόμε! Κι όλα τα παράθυρα κι οι μπαλκονόπορτες κλειστές! Κλειδωμένες!»
      «Τι; Πώς είναι δυνατόν; Ψάχτε καλά! Έτσι και σας ξεφύγει...!»
      Βρίζοντας μέσ’ απ’ τα δόντια του, ακολούθησε τις ματωμένες πατημασιές. Ξεκινούσαν δίπλα από το πτώμα, σταματούσαν σε απόσταση ενός μέτρου από την μπαλκονόπορτα του σαλονιού. Τα παλαιού τύπου ρολά, που ανεβοκατέβαιναν με ιμάντα, ήταν τελείως κατεβασμένα. Δοκίμασε το συρόμενο τζάμι: ήταν ασφαλισμένο. Έλεγξε τον κατακόρυφο σύρτη, που περνούσε μέσα από ένα «δαχτυλίδι» βιδωμένο στο εξωτερικό κούφωμα, μα δεν εντόπισε κάτι το ύποπτο.
      Πλησίασε συνοφρυωμένος την εξώπορτα. Ήθελε να βεβαιωθεί ότι δεν τον είχαν γελάσει τα μάτια του πριν, ότι ήταν στ’ αλήθεια κλειδωμένη και ασφαλισμένη με την αλυσίδα όταν την παραβίασαν.
«Νομίζω πως αυτός είναι ο άνθρωπός μας», άκουσε άξαφνα τη φωνή του Μιχόπουλου.
Γύρισε απότομα.
Ο Μιχόπουλος στεκόταν πλάι στον καναπέ.   
«Πού ν’ τος;»                                        
«Δεν είναι ’δώ. Φαίνεται, πρόλαβε και το ’σκασε».
«Από πού το ’σκασε; Απ’ την κλειδαρότρυπα; Στο μπαλκόνι κοιτάξατε;»
«Μάλιστα, κ. αστυνόμε. Δείτε εδώ όμως...»
«Τι είναι;» 
       Ήταν το μισοτελειωμένο μάλλινο κασκόλ.
      «Αυτός τα πλέκει;» Τα μάτια του Μακρή άνοιξαν διάπλατα από την έκπληξη. Την άλλη στιγμή ξανάγιναν δυο βλοσυρές σχισμές. «Και τι να το κάνω, ρε Μιχόπουλε; Το κασκόλ θα συλλάβω;»
       «Εννοούσα....»
      «Κατάλαβα τι εννοούσες! Τρέχα τώρα να βρεις τον ανώμαλο! Δεν μπορεί, κάπου εδώ κοντά θα ’ναι! Ανέβα στην ταράτσα! Κοίτα στο υπόγειο, στο λεβητοστάσιο! Βρες τον διαχειριστή της πολυκατοικίας! Ψάξε στ’ άλλα διαμερίσματα!»
       «Δεν έχουμε ένταλμα όμως...» τόλμησε να πει ο άλλος.
«Χτύπα την πόρτα να σ’ ανοίξουνε! Κουνήσου!» φώναξε ο Μακρής.
        Εκείνος έμεινε πίσω. Ήθελε να ερευνήσει αυτοπροσώπως το διαμέρισμα. Όχι ότι δεν εμπιστευόταν τον Μιχόπουλο, αλλά δεν υπήρχε περιθώριο για άλλα λάθη σ’ αυτή την υπόθεση! Δευτερευόντως, είχε και περιέργεια να δει πώς ήταν το σπίτι ενός μανιακού δολοφόνου.
       Ή ο ιδιωτικός χώρος ενός ανθρώπου δεν αποκαλύπτει πάντα τον χαρακτήρα του, ή κι ο ίδιος ήταν εν δυνάμει μανιακός δολοφόνος. Εκεί κατέληξε ο Μακρής μετά τη γρήγορη, αλλά όχι πρόχειρη, έρευνά του στο μικροαστικό σαλόνι, την ατακτοποίητη κουζίνα, το αποστειρωμένο μπάνιο και το εργένικο υπνοδωμάτιο.  
Στο άλλο υπνοδωμάτιο όμως ικανοποιήθηκε εντέλει η νοσηρή του περιέργεια.
Ολόκληρος ο καθρέφτης της παλιομοδίτικης τουαλέτας ήταν καλυμμένος με φωτογραφίες μιας γυναίκας, από τότε που ήταν κοριτσάκι μέχρι τα βαθιά γεράματά της.  Σε πολλές από αυτές η γυναίκα πρόβαλλε σε κατάμαυρο φόντο. Ήταν μουντζουρωμένες με μαρκαδόρο, έτσι ώστε να φαίνεται μόνο εκείνη.
Η μάνα του, σκέφτηκε αμέσως ο Μακρής.  
Πάνω στο μονό κρεβάτι ήταν στοιβαγμένα κεντήματα, σεμεδάκια, πλεκτά γυναικεία ρούχα. Λίγο πιο ’κεί υπήρχε μία προπολεμική, ποδοκίνητη ραπτομηχανή.
Άνοιξε ένα συρτάρι της σιφονιέρας στην τύχη: σύνεργα ραπτικής, παλιά περιοδικά για εργόχειρο.
Κοίταξε στη μισάνοιχτη ντουλάπα: γεροντίστικα φορέματα, πουκαμίσες, εσώρουχα. Λεβάντα.
Έριξε μια ματιά κάτω από το κρεβάτι: γυναικεία παπούτσια, παντόφλες. Ένα «κόκκαλο».   
Η μπαλκονόπορτα ήταν ανοιχτή. Βγήκε έξω.
Το μοναδικό μπαλκόνι του διαμερίσματος απείχε τουλάχιστον τρία μέτρα από τα γειτονικά μπαλκόνια. Πολύ μακριά. Από το έδαφος γύρω στα δώδεκα. Πολύ ψηλά.
Ξαναμπήκε στο δωμάτιο, έκλεισε την μπαλκονόπορτα. Έλεγξε τον μηχανισμό της, όπως είχε κάνει και στην μπαλκονόπορτα του πρώτου υπνοδωματίου, στο παράθυρο της κουζίνας και του μπάνιου – κι ας χωρούσε μέσα από αυτό το τελευταίο μονάχα το κεφάλι του.
Ο Μιχόπουλος τον βρήκε να ατενίζει το κενό.
«Κ. αστυνόμε!»
«Ναι;» έκανε εκείνος, μισοβυθισμένος ακόμη στις σκέψεις του.
«Ο διαχειριστής μας είπε ότι το από κάτω ακριβώς διαμέρισμα είναι ξενοίκιαστο... Μήπως έχει κρυφτεί εκεί».
«Όταν πρωτομπήκες εδώ, η μπαλκονόπορτα ήταν μανταλωμένη και τα ρολά κλειστά;» ρώτησε ο Μακρής, σαν να μην είχε ακούσει τίποτα.
«Μάλιστα. Εμείς ανοίξαμε για να...»
«Και οι άλλες μπαλκονόπορτες το ίδιο...» συνέχισε ο Μακρής. Μονολογούσε. «Τα παράθυρα ασφαλισμένα... της κουζίνας έχει και κάγκελα απ’ έξω! Η εξώπορτα ήταν κλειδωμένη, την είδες κι εσύ!» Παρά τη λεκτική αποστροφή δεν γύρισε προς τον Μιχόπουλο. «Είχε βάλει και την αλυσίδα!»
Ήταν τόσο απορροφημένος, ώστε δεν είδε το καταφατικό γνέψιμο ούτε την ανυπόμονη έκφραση του Μιχόπουλου.
«Θα μου φύγει το καφάσι! Δεν είναι δυνατόν!»
Ξαφνικά επανήλθε στο αλλόκοτο δωμάτιο.
«Πάμε να φύγουμε από ’δώ μέσα, με κάνουν κι ανατριχιάζω αυτές οι φωτογραφίες!»
«Έχει πεθάνει η μητέρα του, έτσι δεν είναι;» τον ρώτησε ο Μιχόπουλος καθώς έβγαιναν από το διαμέρισμα.
«Μες στο μυαλό του, όχι».
«Παρατήρησα ότι ο σωματότυπός της μοιάζει με των θυμάτων».
Ο Μακρής αγρίεψε ξανά.
«Άσε τις ψυχολογικές αναλύσεις, ρε Μιχόπουλε, μου ’γινες και προφάιλερ! Ενισχύσεις κάλεσες; Τον ιατροδικαστή, τη σήμανση...; Εγώ θα σ’τα λέω;»
«Δεν πρόλαβα κ. αστυνόμε... έψαχνα...»
Ένας φοβισμένος άντρας γύρω στα σαράντα πέντε τους περίμενε μπροστά από μια κλειστή πόρτα του τρίτου ορόφου.
«Άντε να δούμε!» αναστέναξε ο Μακρής.
Το ένστικτό του όμως του έλεγε πως ο «στραγγαλιστής με τα κασκόλ» ήταν κιόλας μακριά.  
Δυστυχώς, είχε δίκιο.


2

(Άτη)

            Καθίσαμε στο νυφικό τραπέζι. Ο χρόνος έμοιαζε να έχει «παγώσει». Το ίδιο κι η καρδιά μου. Δεν μιλούσαμε. Δεν κοιταζόμασταν καν – εγώ τουλάχιστον κοιτούσα το σερβίτσιο, το τραπεζομάντηλο... Αν μας έβλεπε κάποιος, θα νόμιζε πως ήμασταν δυο ξένοι. Δεν ήταν σωστό εκ μέρους μου, το ξέρω, μα οι ενοχές μου έφραζαν το στόμα. Από τα ψέματα, καλύτερη η σιωπή.
        Ο χρόνος ξανάρχισε να κυλάει, όταν άνοιξε η πόρτα και ακούστηκε η μπάσα φωνή του κυρ-Σάββα.
 «Ήρθε η αστυνομία!» ανακοίνωσε με επισημότητα, σαν να ανήγγελλε μεγαλόσχημους προσκεκλημένους.
 Πλησίασε προς το μέρος μας, σέρνοντας τα πόδια του στο παρκέ. Έδειχνε να έχει γεράσει μέσα σε λίγη ώρα. Το πρόσωπό του μου φάνηκε πιο σκαμμένο απ’ ό,τι πριν. Και η καμπούρα του ήταν πάντα τόσο πεταχτή; αναρωτήθηκα.   
 Την προσοχή μου τράβηξαν άξαφνα οι δύο λεπτές σκοτεινές φιγούρες, που εμφανίστηκαν στον χώρο υποδοχής. Με το φως του ήλιου πίσω τους και σε τόση απόσταση δεν μπορούσα να διακρίνω φυσιογνωμίες. Έβλεπα δυο θολές σκιές, τίποτε άλλο. Η παρουσία τους εξέπεμπε κάτι το απειλητικό – το ξέρω, η φαντασία μου μου έπαιζε παιχνίδια, ελάτε όμως στη θέση μου!
 Πολύ γρήγορα ωστόσο, μόλις ανέβηκαν τη μικρή ράμπα και μπήκαν στην κυρίως αίθουσα, η αρχική μου εντύπωση διαλύθηκε. Είδα δυο κοντοκουρεμένους τριαντάρηδες – μην ήταν και νεότεροι! - με μεγαλίστικα γκρι-σουρί κουστούμια, επιτηδευμένα «σκληρό» ύφος και αστεία περπατησιά. Προχωρούσαν λες και ήταν καουμπόηδες έτοιμοι να τραβήξουν πιστόλι. Ίσως έτσι ακριβώς ένιωθαν.   
«Υπαστυνόμος Φρυγανάκης, Ασφάλεια», είπε ξερά ο πιο ψηλός, όταν έφτασαν μπροστά στο νυφικό τραπέζι.
Είχε αστεία, πεταχτά αυτιά. Με κοιτούσε καλά καλά, σαν να έβλεπε κάτι εξαιρετικά ενδιαφέρον. Ασυναίσθητα, χαμήλωσα τα μάτια.
«Θρασύβουλος Μπούτλας, κ. υπαστυνόμε».
«Αγνή Καλαφάτη», είπα εγώ.                 
Σηκωθήκαμε όρθιοι ταυτόχρονα.
«Τι ακριβώς συνέβη;» ρώτησε ο υπαστυνόμος.
Άφησα τον Θρασύβουλο ν’ απαντήσει.
«Δολοφονήθηκε ο αδερφός μου, κ. υπαστυνόμε! Το όνομά του είν... ήταν Ιππόλυτος Μπούτλας. Εδώ κάτω, στο κελάρι. Τον μαχαίρωσαν πισώπλατα...»
Η φριχτή εικόνα που είχαμε αντικρίσει πριν από λίγο και προσπαθούσα μάταια να απωθήσω, πρόβαλλε ξανά, «παγωμένη», στην οθόνη του μυαλού μου. Το θέαμα του σκοτωμένου του αδελφού πρέπει να «είδε» κι εκείνος, γιατί έγειρε απότομα το κεφάλι στο πλάι.
«Τι ώρα ήταν όταν ανακαλύψατε... πως ήταν νεκρός;» συνέχισε ο άλλος τις ερωτήσεις του, αδιαφορώντας πλήρως για την τραγική διάσταση της «υπόθεσης».
«Δεν κοίταξα ρολόι. Δεν φοράω», είπε ο Θρασύβουλος και σήκωσε το αριστερό μανίκι του.
«Έντεκα παρά δέκα ήταν, αφεντικό!» πετάχτηκε ο κυρ-Σάββας.
«Ποιος τον βρήκε;»                
Ο Θρασύβουλος γύρισε προς το μέρος μου.
Ήταν η σειρά μου να μιλήσω, αλλά η γλώσσα μου δέθηκε κόμπος, μόλις ο υπαστυνόμος στύλωσε το παγερό, εξεταστικό του βλέμμα επάνω μου. Έμοιαζε με ρομπότ προγραμματισμένο να συγκεντρώνει όσο το δυνατόν περισσότερες πληροφορίες - ακόμη κι εκείνες που οι μάρτυρες δεν ήθελαν να αποκαλύψουν. Ιδίως εκείνες!
«Λοιπόν;» με ρώτησε ανυπόμονα.
Συνειδητοποίησα πόσο παρεξηγήσιμη ήταν η σιωπή μου για κάποιον εκπαιδευμένο να υποψιάζεται τους πάντες – πλην των ανωτέρων του – και άνοιξα το στόμα μου χωρίς δεύτερη σκέψη.  
«Ήρθα εδώ λίγα λεπτά πριν... έντεκα παρά τέταρτο, κάπου εκεί πρέπει να ήταν, για να ετοιμάσω... Συγγνώμη, δεν άρχισα σωστά».
«Δεν πειράζει, κα Καλαφάτη· ηρεμήστε».
Το απαθές, αφ’ υψηλού ύφος του μ’ έκανε να αντιδράσω απερίσκεπτα:
«Εύκολο είναι; Ένας άνθρωπος σκοτώθηκε μπροστά στα μάτια μου! Ένας... δικός μου άνθρωπος, φίλος μου εδώ και είκοσι χρόνια»!
Κατάλαβα ότι το είχα παρακάνει και σταμάτησα απότομα. Τα δάκρυά μου όμως δεν κατάφερα να τα συγκρατήσω. Τα ένιωσα πάνω στα μάγουλά μου σαν πυρωμένα σίδερα.  
Ο Θρασύβουλος μου έδωσε μια πετσέτα που πήρε από το τραπέζι.
«Τώρα ξεπέρασες το αρχικό σοκ», είπε.
«Εντάξει είμαι», έκανα εγώ, αφού σκούπισα τα μαύρα, απ’ το μολύβι και τη μάσκαρα, δάκρυά μου.  
«Ώστε είδατε τον φόνο;» ρώτησε ο υπαστυνόμος με ολοφάνερη υπερένταση.
«Ναι, αλλά όχι τον δολοφόνο!» τον έβγαλα αμέσως από την πλάνη του. Όσο είχε συγκινηθεί εκείνος από τα δάκρυά μου, άλλο τόσο στεναχωρέθηκα κι εγώ με την απογοήτευσή του, την οποία φρόντισε τάχιστα να κρύψει.
«Να τα πάρουμε απ’ την αρχή;»
«Βεβαίως», είπα εγώ και πέταξα την πετσέτα σ’ ένα πιάτο. Ένιωθα κάπως καλύτερα τώρα που είχα κλάψει - σχετικά με την αστυνομία και τις «τυπικές διαδικασίες» της, εννοώ. Το τρακ μου είχε φύγει τελείως, είχα ξαναβρεί την αυτοπεποίθησή μου.  
«Όπως βλέπετε, εδώ φιλοξενούμε κοινωνικές εκδηλώσεις. Δεξιώσεις γάμων, βαφτίσεις, συνεστιάσεις και τα λοιπά».
Την προσοχή μου απέσπασε προς στιγμήν ο αμίλητος δεύτερος αστυνομικός, που άρχισε να κινείται με τον γελοίο του τρόπο, σαν να βρισκόταν σε σαλούν, προς τη διπλή πόρτα της κουζίνας – η οποία, παρεμπιπτόντως, έμοιαζε με πόρτα σαλούν.
«Στο ισόγειο είναι το οινοποιείο των αδερφών Μπούτλα. Εγώ είμαι υπεύθυνη για τις εκδηλώσεις. Σήμερα είχα ραντεβού μ’ ένα μελλόνυμφο ζευγάρι, για να συζητήσουμε τις λεπτομέρειες της δεξίωσής τους. Έφτασα εδώ γύρω στις έντεκα παρά τέταρτο. Δεν είδα τον Ιππόλυτο όταν ήρθα. Απ’ έξω περίμεναν ο κύριος Κωστούρος με δύο αλλοδαπούς εργάτες».
«Τι περιμένατε;» ρώτησε τον κυρ-Σάββα ο υπαστυνόμος.
«Τον κ. Ιππόλυτο! Μ’ είχε πάρει τηλέφωνο λίγο πριν, να ’ρθουμε, γιατί κάτι ήθελε να μας πει. Εμείς ήμασταν στο αμπέλι απ’ το πρωί και κλαδεύαμε».
«Πόσο λίγο πριν;»
Ο αυθόρμητος αμπελουργός έκανε μια γκριμάτσα άγνοιας.
«Ξέρω ’γώ... κάνα τέταρτο; Ναι, γιατί μου ’πε να ’ρθούμε σ’ ένα τέταρτο. Δεν είναι μακριά τα χωράφια».
«Σας είπε από πού τηλεφωνούσε;»
«Από το κινητό του, έβγαλε το νούμερο στην οθόνη... Α, πού ήτανε! Όχι, είπε άμα δεν τον βρούμε εδώ απ’ όξω, να κάτσουμε να τον περιμένουμε. Ό,τι είχαμε φτάσει, κι ήρθε και η δεσποινίς Αγνή».
Ο άλλος γύρισε πάλι σ’ εμένα. Συνέχισα από ’κεί όπου είχα σταματήσει.
        «Σε μια στιγμή ακούω το κινητό του Ιππόλυτου – δηλαδή τον ήχο που έ... είχε βάλει ν’ ακούγεται, όταν τον καλούσαν, τον Γούντυ τον Τρυποκάρυδο. Όχι μόνο μια φορά, ξανά και ξανά, σαν να τον έπαιρναν κι εκείνος να μην το σήκωνε».
«Από πού ερχόταν αυτός ο... ήχος;»
Από το ύφος του υπαστυνόμου κατάλαβα πως δεν τον είχε ακούσει ποτέ. Φυσικό ήταν στην ηλικία του.
«Κάτω απ’ το πάτωμα, έτσι μου φάνηκε. Κάπου από ’δώ».
Πήγα προς τον χώρο υποδοχής. Με ακολούθησαν όλοι. Σταμάτησα τρία-τέσσερα μέτρα πριν από τη ράμπα, πάνω από ένα μικρό στρογγυλό τζάμι με μεταλλικό πλαίσιο, σαν φινιστρίνι πλοίου, ένα από τα πολλά που υπήρχαν διάσπαρτα σε όλο το πάτωμα.
«Έσκυψα για να σιγουρευτώ πως δεν με γελούσαν τ’ αυτιά μου, και τότε είδα τον Ιππόλυτο στο κελάρι».
Ο υπαστυνόμος γονάτισε και κοίταξε μέσ’ από το τζάμι. Για λίγο δεν μιλούσε κανείς.
«Τι ακριβώς είδατε;» με ρώτησε μόλις ξανασηκώθηκε.
«Στεκόταν ακριβώς από κάτω. Κουνούσε τα χέρια του στον αέρα, σαν να κολυμπούσε... δεν κατάλαβα τι έκανε. Ύστερα από μερικά δευτερόλεπτα έπεσε μπρούμυτα κι έμεινε ακίνητος. Είδα το μαχαίρι και τα αίματα στην πλάτη του κι έτρεξα αμέσως έξω...»
Ουρλιάζοντας, θα έπρεπε να προσθέσω, αλλά ντράπηκα.
«Το κινητό του πότε σταμάτησε να χτυπάει;»
Η ερώτηση με αιφνιδίασε.
«Δεν... θυμάμαι», είπα. «Δεν πρόσεξα. Νομίζω, όμως, όταν σηκώθηκα όρθια, δεν ακουγόταν πια. Αλλά δεν ήταν το κινητό του τελικά! Ο ήχος που άκουγα εγώ ήταν πολύ δυνατός, δεν ερχόταν από το κελάρι, αλλά μέσα απ’ το πάτωμα. Είμαι σίγουρη γι’ αυτό».
«Τι εννοείτε;» έκανε. Άθελά μου, του είχα ανταποδώσει τον αιφνιδιασμό.
Ο Θρασύβουλος πήρε την πρωτοβουλία να του εξηγήσει:
«Ανάμεσα στο πάτωμα και στο ταβάνι του ισογείου υπάρχει κενό, κ. υπαστυνόμε. Όχι μεγάλο, δεκαπέντε-είκοσι πόντους». Έδειξε το «φινιστρίνι». «Κάτω από αυτό το τζάμι υπάρχει άλλο ένα, καταλάβατε;»
Ο υπαστυνόμος δεν μίλησε.
«Το κινητό του Ιππόλυτου το βρήκαμε δίπλα του», συνέχισε ο Θρασύβουλος. «Ήταν κλειστό, το δοκίμασα – χωρίς να τ’ ακουμπήσω».
«Αυτό το τζάμι βγαίνει;»
«Ναι, το πλαίσιο είναι καλουπωτό. Μ’ ένα κατσαβίδι βγαίνει».
«Να φέρω κατσαβίδι;» προθυμοποιήθηκε ο κυρ-Σάββας.
«Δεν χρειάζεται», απάντησε κοφτά ο υπαστυνόμος.
Η ματιά του λόξεψε προς τη μεριά της κουζίνας. Γύρισα και είδα τον σιωπηλό συνάδελφό του να ’ρχεται προς το μέρος μας.
«Πάμε λίγο έξω τώρα;» είπε ο πρώτος. Φυσικά, δεν ήταν ερώτηση.
Κατεβήκαμε λοιπόν κάτω - όχι ο άλλος αστυνομικός. Ένα περιπολικό ήταν σταματημένο πολύ κοντά στη σκάλα. Δίπλα στέκονταν δύο ένστολοι και οι εργάτες του κυρ-Σάββα, ξεχωριστά οι μεν από τους δε. Όλοι κάπνιζαν αμίλητοι. Η πόρτα του κελαριού ήταν ορθάνοιχτη. Μέσα εκεί  τριγύριζαν κάποια άτομα με γάντια και πλαστικά καλύμματα στα παπούτσια. Ξέρω γιατί τα φορούσαν – ωστόσο, εκείνη την ώρα σκέφτηκα πως δεν ήθελαν να μολυνθούν από το πτώμα. Το πανί που είχαν ρίξει πάνω του δυνάμωσε αυτή την εντύπωσή μου. Παράλογη εντύπωση, θα μου πείτε! Οι άνθρωποι έκαναν απλώς τη δουλειά τους. Μα ακριβώς αυτό είναι το θέμα.
«Όταν βγήκατε έξω, είδατε πάλι τον κύριο Κωστούρο και τους εργάτες;»
«Ναι. Εδώ μπροστά στην πόρτα στέκονταν», είπα και μου ξέφυγε ένας αναστεναγμός. Ξαφνικά ένιωθα πολύ κουρασμένη.
Ευτυχώς, ο υπαστυνόμος στράφηκε στον κυρ-Σάββα.
«Όσο ήσασταν εδώ, είδατε...;»
«Κανένας δεν μπήκε ούτε βγήκε απ’ το κελάρι! Κι η πόρτα ήταν αμπαρωμένη και κλειδωμένη με το λουκέτο!» βιάστηκε εκείνος να δηλώσει και οι δύο εργάτες να επιβεβαιώσουν, κουνώντας πάνω-κάτω τα κεφάλια τους. «Ο κ. Θρασύβουλος το ξεκλείδωσε», πρόσθεσε.
Ο υπαστυνόμος ρώτησε τον Θρασύβουλο:
«Ήσασταν κι εσείς εδώ;»
«Άκουσα τις φωνές και ήρθα. Ήμουνα σε μια αποθηκούλα που ’χουμε από πίσω, έκανα κάτι μαστορέματα. Να σας δείξω, δεν φαίνεται από ’δώ...»
«Άρα εσείς ακουμπήσατε τελευταίος το λουκέτο, έτσι; Και τι άλλο; Την αμπάρα, το χερούλι της πόρτας...;»
«Δεν θυμάμαι... Έβαλαν και τα παιδιά ένα χεράκι να την ανοίξουμε».
Ο υπαστυνόμος γύρισε απότομα στους εργάτες.
«Εσύ, έπιασες το χερούλι;» ρώτησε τον νεότερο, σαν να τον κατηγορούσε γι’ αυτό.
«Ναι...» απάντησε διστακτικά εκείνος.
«Και τα φώτα εσύ τ’ άναψες;»
«Όχι, κυρ-αστυνόμε, όχι εγώ!»
«Τα φώτα ήταν αναμμένα», πετάχτηκε ο άλλος εργάτης.
      «Α ναι, σωστά», έκανε ο υπαστυνόμος και, γυρίζοντάς μας την πλάτη, μπήκε στο κελάρι.  
Η καρδιά μου άρχισε να χτυπάει σαν να ήταν έτοιμη να εκραγεί μες στο στήθος μου. Η τελευταία ερώτηση του υπαστυνόμου ήταν παγίδα για μένα! Αν τα φώτα ήταν σβηστά, δεν θα μπορούσα να έχω δει τον Ιππόλυτο από πάνω! Με θεωρούσε ύποπτη!
Αναζήτησα το βλέμμα του Θρασύβουλου, αλλά εκείνος είχε στραμμένη την προσοχή του στο εσωτερικό του κελαριού, όπου ο υπαστυνόμος έλεγχε μ’ ένα μακρύ κοντάρι αν η πυκνή σήτα, που έκλεινε τα μικροσκοπικά, χωρίς τζάμια, παραθυράκια στο επάνω μέρος του δεξιού κι αριστερού τοίχου, ήταν γερά στερεωμένη. Προς στιγμήν παραξενεύτηκα. Ακόμη και χωρίς τη σήτα, ήταν ποτέ δυνατόν να περάσει άνθρωπος μέσ’ από ’κείνες τις τρύπες; Μετά κατάλαβα: ήθελε να μου ρίξει στάχτη στα μάτια!
Αφού ολοκλήρωσε τον «έλεγχο», ξαναβγήκε έξω.
«Κοιτάξατε αν υπήρχε κάποιος άλλος στο κελάρι, εκτός από το θύμα;»
«Φυσικά», τον διαβεβαίωσε ο Θρασύβουλος.
«Δεν ήτανε κανένας μέσα!» είπαν και οι άλλοι.
«Ψάξατε αμέσως;»
Απάντησε ο Θρασύβουλος:
«Όχι, γιατί μόλις μπήκαμε στο κελάρι, η κα Καλαφάτη λιποθύμησε. Τη βγάλαμε έξω για να πάρει αέρα - εδώ όμως, μπροστά στην πόρτα...»
«Δεν ήταν τίποτα σοβαρό», είπα εγώ γρήγορα. Πρέπει να είχα κοκκινίσει. «Ήπια λίγο νερό που μου ’φερε ο Θρασύβουλος, και συνήλθα».
«Ύστερα ψάξαμε παντού», ολοκλήρωσε εκείνος την απάντησή του.
Ο υπαστυνόμος πέρασε στο επόμενο ερώτημα.
«Απ’ ό,τι βλέπω, κ. Μπούτλα, το κελάρι σας είναι πολύ μικρότερο απ’ την επάνω αίθουσα». Έδειξε τον τοίχο απέναντι από την ανοιχτή πόρτα. «Υπάρχει κι άλλος χώρος πίσω απ’ αυτόν τον τοίχο;»
«Ναι, έχει άλλο τόσο από πίσω. Είναι το οινοποιείο, με τις δεξαμενές ζύμωσης και τ’ άλλα μηχανήματα».
«Να ρίξω μια ματιά κι εκεί».
Εγώ δεν κουνήθηκα από τη θέση μου, με την ελπίδα να με αφήσει ήσυχη, έστω και προσωρινά.
Αλλά δεν μ’ άφησε.  
«Ελάτε κι εσείς», μου είπε. Δεν ήταν προστακτικός ο τόνος του, εγώ όμως τρόμαξα, σαν να με είχε πυροβολήσει. Για να κρύψω την ταραχή μου, κατέβασα το κεφάλι.
«Όχι εσείς, κ. Κωστούρο, καθίστε ’δώ», τον άκουσα να λέει με την ίδια άχρωμη φωνή, και μετά από μια παύση: «Κάτι ακόμα».
Σε ποιον μιλάει τώρα; πρόλαβα ν’ αναρωτηθώ, πριν συνεχίσει.
«Στο τηλέφωνο σας μίλησε σίγουρα το θύμα;»
«Βέβαια, η φωνή του ήτανε!» απάντησε ο κυρ-Σάββας.
«Είστε καλά;»
Εμένα ρωτούσε. Σήκωσα απότομα το κεφάλι.
«Ναι, ναι», είπα ψέματα.
«Πάμε λοιπόν».
Δεν είχα άλλη επιλογή. Τον ακολούθησα, με την καρδιά μου ν’ αντηχεί δυνατά μέσα στ’ αυτιά μου. 
Στην αποθηκούλα, που του έδειξε ο Θρασύβουλος σε μικρή απόσταση από την πίσω πλευρά του κτιρίου, έριξε μόνο μια φευγαλέα ματιά. Αντίθετα, την τεράστια δίφυλλη πόρτα του οινοποιείου, που ήταν κλειδωμένη με λουκέτο, την εξέτασε πολύ προσεκτικά, προτού ρωτήσει:
«Έχετε τα κλειδιά, κ. Μπούτλα;»
Ο Θρασύβουλος ξεκλείδωσε το λουκέτο και έσυρε με κόπο το ένα φύλλο της πόρτας. Μέσα, σκοτάδι.
Ο υπαστυνόμος πέρασε απ’ το στενό άνοιγμα.
«Το φως είναι στον τοίχο αριστερά», είπε ο Θρασύβουλος.
Με κοίταξε συνωμοτικά, ανασηκώνοντας τους ώμους του.
Ούτε εγώ ήξερα τι έψαχνε το σχολαστικό ρομπότ εκεί μέσα. Και δεν είχα καμία όρεξη να μάθω – σε αντίθεση με τον Θρασύβουλο, ο οποίος μ’ άφησε μονάχη μπροστά στην πόρτα.
Εκτεθειμένη στις τύψεις.
Παρακάλεσα τον Θεό να με συγχωρέσει, μα η ψυχή μου ήταν αδύνατον να βρει γαλήνη.
Το σφυροκόπημα έπαψε, μόνο όταν είδα τον υπαστυνόμο και τον Θρασύβουλο να βγαίνουν απ’ το κτίριο – όταν ο φόβος έπνιξε τη φωνή της συνείδησής μου.
Ήταν ιδέα μου ή με κοιτούσαν και οι δυο τους με υποψία;
       Ο Θρασύβουλος απάντησε σε μια ερώτηση που δεν είχα ακούσει.
        «Δεν την ειδοποιήσαμε ακόμα, βρίσκεται στο εξωτερικό. Είναι αεροσυνοδός.»
         «Παιδιά έχουνε;»
         «Έχει ο αδερφός μου δύο αγόρια – είχε - όχι απ’ την Ευρυδίκη, απ’ τον πρώτο του γάμο. Είναι μεγάλα τώρα, μένουν στην Αθήνα...»
          «Άλλοι κοντινοί συγγενείς υπάρχουν;»
          «Εκτός από μένα; Όχι».
          «Είχε κρατήσει επαφή με την πρώην γυναίκα του;»
          «Δεν χωρίσανε, πέθανε».
          «Ξέρετε αν ο αδερφός σας είχε εχθρούς; Εννοώ κάποιον που υπό τις κατάλληλες συνθήκες δεν θα δίσταζε να τον σκοτώσει. Σας έρχεται κανένας στο μυαλό;»
          «Όχι, αφού δεν υπάρχει! Ο Ιππόλυτος είχε μόνο φίλους, όλοι τον συμπαθούσανε».
          «Ο ίδιος δεν σας είχε μιλήσει ποτέ για...;»
          «Όχι», τον έκοψε ο Θρασύβουλος.  
          Ο υπαστυνόμος απευθύνθηκε σ’ εμένα.
          «Εσείς, κα Καλαφάτη;»
«Τι εγώ;» έκανα σαστισμένη. Ο νους μου είχε κολλήσει στον ορισμό του «εχθρού», που είχε δώσει πριν ο υπαστυνόμος.
«Ξέρετε αν είχε κάποιον εχθρό;»
       Τον κοίταξα άφωνη. Αν ήξερα, λέει! Μήπως ήξερε κι εκείνος; αναρωτήθηκα έντρομη. Είχε μαντέψει το μυστικό μου;
Το ρομπότ περίμενε ανέκφραστο την απάντησή μου. Το πρόσωπό του μπερδεύτηκε μες στο μυαλό μου με το πρόσωπο της Ευρυδίκης. Τους έβλεπα και τους δύο συγχρόνως, να με κοιτάζουν περιμένοντας από μένα την αλήθεια.
Μου ήρθε ζαλάδα. Δεν άντεχα άλλο...
       Έτοιμη ήμουν να σωριαστώ κάτω, όταν ξάφνου άκουσα να με φωνάζουν:
       «Δεσποινίς Αγνή! Δεσποινίς Αγνή!»
Ήταν ο κυρ-Σάββας. Ξεπρόβαλε λαχανιασμένος πίσω από τη γωνία και είπε:
«Ήρθε ένα ζευγάρι για να δει την αίθουσα!»
      Είχα ξεχάσει να τους τηλεφωνήσω να μην έρθουν! Έφυγα άρον-άρον.
Ο επίμονος αστυνομικός επανέλαβε αργότερα την ερώτησή του, αλλά τότε είχα ανακτήσει την ψυχραιμία μου. Του απάντησα μ’ ένα ξερό «όχι», όπως έπρεπε να έχω κάνει εξαρχής. Δεν υπήρχε κανένας λόγος να μάθει ότι είχα πλαγιάσει με τον Ιππόλυτο, ούτε ότι τον είχα μισήσει θανάσιμα έπειτα, όταν κατάφερα να νικήσω τη λαγνεία μου – ναι, μου ’ρχόταν να τον σκοτώσω κάθε φορά που με αποκαλούσε «θεούσα» ή «υστερική γεροντοκόρη», επειδή δεν ενέδιδα πλέον στις ορέξεις του!
Την αμαρτία μου την εξομολογήθηκα μονάχα στον Θρασύβουλο, λίγο πριν γραφτεί το τέλος αυτής της θλιβερής ιστορίας.



3

(Νέμεσις)

         22 Ιουνίου 1995

         Ο Ιατρίδης σταμάτησε απότομα· χωρίς ν’ αφήσει το σκληρό σαν πέτρα μπράτσο του Καλιακούδη, έσκυψε πάνω από το χείλος της πισίνας. Ένα σαδιστικό χαμόγελο αλλοίωσε την παιδική φυσιογνωμία του – πολύ πιο αποτελεσματικά από το «σοβαρό» κούρεμα και το «γιάπικο» κουστούμι του -, ένα χαμόγελο που κανένας δεν είδε, αφού εκείνη την ώρα, εκτός από τους δυο τους, δεν υπήρχε ψυχή μέσα στο φωταγωγημένο κλειστό κολυμβητήριο, και ο Καλιακούδης είχε τα μάτια δεμένα μ’ ένα μαντήλι, μαύρο όπως και το μαγιό του.
      «Πού είν’ η σκάλα, ρε;» ρώτησε ο αθλητής, ψηλαφώντας με το ελεύθερο χέρι του τον αέρα.
       «Λίγο πιο δεξιά. Έλα...»
Οδήγησε τον Καλιακούδη μπροστά στην κατακόρυφη σκάλα του βατήρα των δέκα μέτρων. Του έβαλε το χέρι σ’ ένα σκαλί κι έπειτα έκανε ένα βήμα πίσω.
       Ο Καλιακούδης πάτησε, προσεκτικά, στο πρώτο σκαλί.          «Πείστηκες πως δεν βλέπω, εντάξει; Ν’ ανέβω;»
«Ν’ ανέβεις. Άμα θες, το διπλασιάζουμε το στοίχημα!» είπε ο Ιατρίδης παρασυρμένος από την έξαψή του.
       «Πάει!» απάντησε ακαριαία ο άλλος. «Εσύ θα χτυπάς το κεφάλι σου μετά! Εγώ σ’το είπα, ρε μαλάκα, και με κλειστά μάτια βουτάω!»
       Μπορεί, αλλά το κεφάλι σου θα το χτυπήσεις εσύ! σκέφτηκε με παιδιάστικη χαιρεκακία ο Ιατρίδης, αυτό το τριαντάχρονο γυμνασιόπαιδο, το θυμωμένο από την εποχή που, για κακή του τύχη, εκείνος κι ο Καλιακούδης, το «μαμμόθρεφτο» και το «αλητάκι», ο τωρινός αντιπρόεδρος του μοναδικού κολυμβητικού συλλόγου της πόλης και ο πανελλήνιος πρωταθλητής των καταδύσεων, ο επίδοξος δολοφόνος και το μελλοντικό θύμα του, κάθονταν σε πλαϊνά θρανία.
         Μια σχέση που άντεξε στον χρόνο, η δική τους· μια σχέση ζωής - και θανάτου.
        Του ήρθε να ζητωκραυγάσει – τόσο ενθουσιασμένος ήταν με το σχέδιό του, τόσο σίγουρος για την επιτυχία του! – μα συγκρατήθηκε.
Αυτό ήταν κάτι που ήξερε να το κάνει καλά.
Ο Καλιακούδης πιάστηκε από τα κάγκελα και, τραγουδώντας ένα λαϊκοπόπ ρεφρέν, άρχισε ν’ ανεβαίνει γρήγορα τη σκάλα. Στο μέσον της, όμως, κοκκάλωσε άξαφνα.
       Το ίδιο κι ο Ιατρίδης, που τον παρακολουθούσε από κάτω. Η σιγουριά του χάθηκε μονομιάς (τέτοιες αιφνίδιες μεταπτώσεις του συνέβαιναν συχνά).
«Τι είναι; Φοβάσαι;» ρώτησε όσο πιο περιπαικτικά μπορούσε, για να συγκαλύψει τον δικό του φόβο.
 Ο άλλος κάγχασε αφ’ υψηλού.
«Σιγά το δύσκολο...»
«Ε τότε;»
Ο αθλητής οσμίστηκε τον αέρα σαν λαγωνικό.
«Κάτι μυρίζει παράξενα...»
«Μήπως ξέχασες να βάλεις αποσμητικό;» έκανε γελώντας ο Ιατρίδης.
Το γέλιο του ακούστηκε εντελώς ψεύτικο.
«Εγώ πάντως δεν μυρίζω τίποτα», πρόσθεσε αμέσως σε σοβαρό τόνο. «Αλλά ξέρεις τι λένε για τους τυφλούς: ότι οξύνονται οι υπόλοιπες αισθήσεις τους!»
«Πότε πρόλαβαν;» είπε με δυσπιστία ο Καλιακούδης, αλλά παρ’ όλ’ αυτά συνέχισε την ανάβασή του.
Διέσχισε τη φαρδιά πλατφόρμα καμαρωτός, όπως πάντα. Η πόζα του δεν άλλαξε ούτε στο τελευταίο, διστακτικό βήμα πριν από την άκρη της πλατφόρμας, όπου στάθηκε προσοχή. Ύστερα σήκωσε τα χέρια στην ανάταση.
Εντωμεταξύ ο μοναδικός θεατής του, που είχε πάρει θέση στη γωνία της πισίνας, δεξιά από τον πρωταθλητή, για να μη χάσει το μοναδικό θέαμα, περίμενε με κομμένη την ανάσα. Η αγωνία του είχε φτάσει στο κατακόρυφο.
Όχι, προσπάθησε να καθησυχάσει τον εαυτό του, δεν υπάρχει πια κίνδυνος, αν είχε καταλάβει κάτι... Μα τι κάνει ο ηλίθιος; Γιατί καθυστερεί;
Πήδα επιτέλους! τον προστάζει, χωρίς να βγάλει άχνα.
Και να! τώρα ο πρωταθλητής, με τα χέρια εκτεταμένα, τα γόνατα λυγισμένα, το μυαλό και τα μάτια σκοτισμένα, ετοιμάζεται να δώσει ώθηση στο αγαλματένιο κορμί, που πολύ σύντομα θα κείτεται, άμορφο κι άπνοο, στον πάτο της άδειας πισίνας!
...  
       Τα φώτα!; Ποιος έσβησε τα φώτα;
Μόλις το κολυβητήριο βυθίστηκε στο σκοτάδι, ο λησμονημένος παιδικός τρόμος του Ιατρίδη για τα σκοτεινά μέρη αναδύθηκε από τα βάθη του ασυνειδήτου του. Πέρασαν λίγες (ή πολλές;) εφιαλτικές στιγμές, μέχρι το μυαλό του να ξαναρχίσει να δουλεύει και το σώμα του να πάψει να τρέμει.
Τότε ήταν που άκουσε τη φωνή του Καλιακούδη να σκίζει τον ζοφερό αέρα, την άναρθρη κραυγή του καθώς έπεφτε στο κενό.
Έτσι έμοιαζε τουλάχιστον κι έτσι κατάλαβε ο Ιατρίδης. Θόρυβο όμως από πρόσκρουση δεν άκουσε.
Κράτησε την ανάσα του και έστησε αυτί: απόλυτη ησυχία.
«Πού είσαι;» φώναξε.
Τίποτα.
Μια αναλαμπή φώτισε τον νου του: Αν είναι ακόμα εκεί πάνω;
Σέρνοντας τα πόδια του, για να μην γκρεμιστεί μέσα στην άδεια πισίνα, κατάφερε να βρει τη σκάλα που είχε ανέβει προηγουμένως ο Καλιακούδης. Από εκείνο το σημείο θα τον άκουγε αν προσπαθούσε να κατέβει κρυφά...
Κι αν είναι παγίδα; αναρωτήθηκε.
Ξαφνικά είδε μια μικρή λάμψη κάμποσα μέτρα μπροστά του (είχε γυρίσει την πλάτη στη σκάλα) και ζάρωσε πανικόβλητος, νομίζοντας πως τον πυροβολούσαν – κάπου είχε διαβάσει ότι τον πυροβολισμό που σε σκοτώνει δεν προφταίνεις να τον ακούσεις.
Ο χρόνος όμως συνέχισε να κυλάει και στ’ αυτιά του, αντί για εκπυρσοκρότηση, έφτασε μια ερώτηση:
«Ποιος είν’ εκεί;»
Με ανακούφιση αναγνώρισε τη φωνή του Μπεκιάρη, του νυχτοφύλακα των αθλητικών εγκαταστάσεων. Σήκωσε το κεφάλι του, κοίταξε πάλι και διαπίστωσε πως η λάμψη μπροστά του τρεμόπαιζε.
«Εγώ είμαι, ο Ιατρίδης!» είπε. Η δική του φωνή ήταν αγνώριστη, υπερβολικά ψιλή.
Ο εξηνταπεντάχρονος νυχτοφύλακας ήρθε κοντά του. Κρατούσε αναπτήρα, είδε ο Ιατρίδης.
«Τι γυρεύεις τέτοιαν ώρα εδώ πέρα;» τον ρώτησε ο Μπεκιάρης.
Πριν απαντήσει, καθάρισε τον λαιμό του.
«Εγώ ή εσύ;» έκανε, όσο μπορούσε πιο αυστηρά. «Δεν πήγες στο Ναύπλιο να δεις το εγγόνι σου;»
«Αύριο θα πάω. Περνούσα τυχαία απ’ έξω κι είδα φώτα αναμμένα. Μου φάνηκε περίεργο τέτοιαν ώρα... και μπήκα να δω τι γίνεται».
Ο Ιατρίδης προσπάθησε να κρύψει την ταραχή του – ήλπιζε ότι το λιγοστό φως θα τον βοηθούσε.
«Κι εγώ το ίδιο, αλλά έγινε διακοπή ρεύματος και...»
«Το ουρλιαχτό δεν τ’ άκουσες;»
«Το ποιο;»
«Όταν σβήσαν τα φώτα, δεν άκουσες τον Καλιακούδη να ουρλιάζει;»
Τον Ιατρίδη τον έλουσε κρύος ιδρώτας.
«Ο Καλιακούδης εδώ; Δεν τον είδα...»
Η φωνή του έτρεμε. Ξερόβηξε πάλι.
«Βρήκα το ντουλάπι του ανοιχτό και ρούχα πεταμένα χάμω», είπε ο Μπεκιάρης, με ύφος που υπονοούσε πως δεν έτρωγε κουτόχορτο.
«Εγώ πάντως δεν τον είδα – ούτε τον άκουσα».
Ο νυχτοφύλακας πλησίασε τον αναπτήρα στο πρόσωπο του Ιατρίδη.
«Τρελός είσαι; Θα με κάψεις!» διαμαρτυρήθηκε εκείνος πισωπατώντας.
«Μη φοβάσαι, παιδί μου· δεν θέλω να σε κάψω. Εγώ το καλό σου θέλω. Και το δικό σου και του πατέρα σου, που μου δίνει ψωμί και τρώω όλ’ αυτά τα χρόνια. Δεν είμαι αχάριστος εγώ!»
«Τι σχέση έχει τώρα ο πατέρας μου;»
«Δεν τον σκέφτεσαι; Δεν υπάρχει μεγαλύτερη πίκρα για ένα γονιό!» αναστέναξε ο Μπεκιάρης.
Προς στιγμήν ο Ιατρίδης αιφνιδιάστηκε. Έπειτα κατάλαβε και ξέσπασε, φανερά σοκαρισμένος:
 «Πας καλά, ρε; Ξεκούτιανες τελείως ή τα ’χεις κοπανήσει πάλι;»
Ο Μπεκιάρης πήρε φωτιά.
«Ρε κωλόπαιδο, έχεις μούτρα και μιλάς; Είδες φως και μπήκες, τάχα μου! Κι ο άλλος γδύθηκε για να κάνει προπόνηση σε άδεια πισίνα!»
«Άει παράτα με, πού να ξέρω ’γώ;»
«Και γιατί κάθεσαι εδώ, μπροστά στη σκάλα;» ρώτησε καχύποπτα ο νυχτοφύλακας. Κοίταξε προς τα πάνω.
      «Δεν σε πειράζει να ρίξω μια ματιά, ε;» πρόσθεσε μ’ ένα ειρωνικό χαμόγελο, έσβησε τον αναπτήρα και άρχισε να σκαρφαλώνει στη σκάλα, προτού ο Ιατρίδης προλάβει να αντιδράσει.
Όχι πως ήταν σε θέση να αντιδράσει!
Ελάχιστα δευτερόλεπτα αργότερα - η ταχύτητα του εξηνταπεντάρη δεν του έκανε καμία εντύπωση τότε - είδε ξανά τη φλόγα του αναπτήρα, στην κορυφή της σκάλας, να φωτίζει το χέρι που τον κρατούσε.
Του ’ρθε να το βάλει στα πόδια, αλλά τα πόδια του δεν τον υπάκουσαν.
Ανώφελο! σκέφτηκε ψυχραιμότερα και έσκυψε το κεφάλι μπροστά στο πεπρωμένο.
Μόλις ένιωσε τη σκάλα να δονείται απαλά και άκουσε τα βήματα του αόρατου Μπεκιάρη να πλησιάζουν, τραβήχτηκε απότομα από το κάγκελο, όπου είχε γείρει στο μεταξύ.
      Ο νυχτοφύλακας άναψε πάλι τον αναπτήρα του και πήδηξε κάτω, από το τρίτο σκαλί.
Το ύφος του δεν ήταν τόσο σκληρό όσο πριν, παρατήρησε ο Ιατρίδης. Η ερώτησή του όμως ήταν εξίσου ειρωνική:
«Πρόλαβε κι έφυγε ο φιλαράκος σου;»
«Δεν είναι φιλαράκος μου και δεν ξέρω πού είναι!»
Αν και έλεγε αλήθεια, δεν ήταν καθόλου πειστικός – το αντιλήφθηκε κι ο ίδιος.
Ο Μπεκιάρης τον κοίταξε καλά καλά, σαν να προσπαθούσε να τον ψυχολογήσει. Ύστερα είπε μειλίχια:
       «Με συμπαθάς που σου φώναξα πριν. Παρασύρθηκα...»
       Ο Ιατρίδης κατάφερε να μη δείξει την έκπληξή του.
«Κι εγώ», απάντησε. «Πάμε να φύγουμε τώρα;» πρόσθεσε, όσο πιο αβίαστα μπορούσε.
«Ναι, πάμε. Κι ας πούμε πως δεν έγινε τίποτα, εντάξει;»
«Εντάξει».
«Δεν θα πεις τίποτα στ’ αφεντικό, έτσι;»
«Όχι βέβαια! Αφού δεν έγινε τίποτα!» τον διαβεβαίωσε ασμένως ο Ιατρίδης κι έκανε ν’ απομακρυνθεί, με τις ελπίδες του αναπτερωμένες.
«Αλλά κι εγώ, μη νομίζεις, τάφος! Μπορείς να μου έχεις απόλυτη εμπιστοσύνη».
Κάτι στον τόνο του Μπεκιάρη ήχησε παράφωνα στ’ αυτιά του Ιατρίδη και τον ακινητοποίησε ακαριαία.
«Σου έχω εμπιστοσύνη», είπε επιφυλακτικά, διαψεύδοντας ακούσια τα λόγια του.
«Έτσι, έτσι. Θα συνεννοηθούμε μια χαρά οι δυο μας, το ξέρω!»
«Τι συνεννόηση θα κάνουμε;»
«Ε, δεν είναι της παρούσης αυτά! Θα τα κουβεντιάσουμε άμα γυρίσω απ’ το Ναύπλιο».
Εμβρόντητος ο Ιατρίδης συνειδητοποίησε ότι ο Μπεκιάρης όχι μόνο επέμενε στο λάθος που είχε πλάσει με το βρόμικο μυαλό του, αλλά σκόπευε να βγάλει και κέρδος απ’ αυτό! Το μήνυμά του ήταν σαφές: σε κρατάω στο χέρι τώρα· ή πληρώνεις ή σε κάνω ρεζίλι!   
Κι αν μάθει την αλήθεια; πήγε αμέσως ο νους του στο χειρότερο, χωρίς εκείνη τη στιγμή να σκεφτεί πως την αλήθεια – είχε σκοτώσει τον Καλιακούδη ή όχι; - δεν την ήξερε ακόμη ούτε εκείνος.
«Εντάξει», ψέλλισε, όταν τελικά ξαναβρήκε τη μιλιά του.
«Άντε τώρα, να πάω εγώ στο σπιτάκι μου κι εσύ στη δουλειά σου... Πέρασε η ώρα!»
Άλλο που δεν ήθελε κι ο Ιατρίδης! Ναι, να φύγουν επιτέλους από ’κεί μέσα και να γυρίσει αργότερα μόνος του μ’ ένα φακό, για να δει...
Φώτα! Ποιος άναψε τα φώτα;
Έκλεισε τα μάτια του τυφλωμένος από την απρόοπτη φωτοχυσία.
«Α, ήρθε το ρεύμα!» έκανε ο νυχτοφύλακας.
Ο Ιατρίδης άνοιξε τα μάτια. Το αλαφιασμένο βλέμμα του καρφώθηκε στην άδεια πισίνα.
«Τι κοιτάς;» τον ρώτησε ο άλλος.
«Κάτι μυρίζει παράξενα», αυτοσχεδίασε.
Καταπώς φάνηκε, το ψέμα του ήταν πιο αληθοφανές από τις αλήθειες του. Ο Μπεκιάρης ανασήκωσε τους ώμους, είπε: «Θα ’χουν ποτίσει τα τοιχώματα απ’ το χλώριο. Ευτυχώς που δεν έχω καλή μύτη!» και κατευθύνθηκε προς την πόρτα των αποδυτηρίων.
Ο Ιατρίδης έριξε μια γρήγορη, αλλά προσεκτική, ματιά τριγύρω: ο Καλιακούδης πουθενά – ούτε νεκρός ούτε ζωντανός.
Τι να πιστέψει; Τα μάτια του ή το μυαλό του; Αυτό που έβλεπε ή εκείνο που θυμόταν; Προσπάθησε απεγνωσμένα να τα συμβιβάσει:
Μήπως ο Καλιακούδης είχε κατέβει αθόρυβα τη σκάλα όταν είχαν σβήσει τα φώτα, προτού ο ίδιος πάει στη βάση της, και είχε ξεγλιστρήσει από την ξεκλείδωτη πόρτα των αποδυτηρίων;
Μα αφού είχε ακούσει το ουρλιαχτό του να ’ρχεται από ψηλά - τόσο ψηλά μόνο η πλατφόρμα βρισκόταν!
Το ’χε ακούσει στ’ αλήθεια... ή το ’χε φανταστεί;
Είχε μάρτυρα όμως, τον Μπεκιάρη! Άρα, δεν ήταν παραίσθηση!
Εκτός...
Εκτός αν ήταν και ο «αξιόπιστος» μάρτυράς του παραίσθηση, αποκύημα άρρωστου μυαλού!
Όχι... όχι, αδύνατον! Δεν ήταν τρελός!
Αλλά τότε; Μήπως έβλεπε όνειρο;
Δάγκωσε με μανία το κάτω χείλι του· ένιωσε τον πόνο, γεύτηκε το αίμα. Ξύπνιος ήταν, δεν υπήρχε αμφιβολία γι’ αυτό.
Το μυαλό του, όμως, πώς να το ελέγξει ο δύστυχος;



Η ετυμηγορία

«Κατ’ αρχάς, γιατί αυτοί οι τραγικοί τίτλοι;»
       «Δεν σας άρεσαν;» ρωτά ο κεραυνόβλητος νεαρός τον κριτή του.
     «Πώς! Μου άρεσαν πολύ!» απαντά ο Δημούλης, απορώντας με την αντίδραση του Ντίνου, ώσπου αντιλαμβάνεται την παρανόηση και συμπληρώνει: «“Εμπνευσμένοι από την αρχαία τραγωδία” εννοούσα, όχι... “αποτυχημένοι”!»
      «Α, τραγικοί, μάλιστα!» παίρνει πάλι ανάσα ο Ντίνος. «Να εξηγήσω. Στην πρώτη ιστορία, ο “στραγγαλιστής με τα κασκόλ” μετά την απόδρασή του απ’ το κλειδωμένο διαμέρισμα νιώθει πλέον άτρωτος, ανίκητος! Διαπράττει δηλαδή ύβρη, με μοιραία για τον ίδιο αποτελέσματα. Στη δεύτερη, ο δολοφόνος του Μπούτλα, παρότι έχει κάνει τον “τέλειο φόνο”, μπλέκεται στα “δίχτυα της άτης”, θολώνει ο νους του και νομίζει εσφαλμένα πως η Καλαφάτη τον έχει καταλάβει, οπότε προσπαθεί να της κλείσει το...»
«Δεν τον σκότωσε η Καλαφάτη;»
«Όχι!» κάνει μειδιώντας ο Ντίνος, κάτι παραπάνω από ικανοποιημένος με τον εαυτό του, που κατάφερε να ξεγελάσει τον ειδήμονα, «ο αδερφός του τον σκότωσε για να του “φάει” τη γυναίκα, την αεροσυνοδό!»
      Η άφωνη έκπληξη του «Πατριάρχη» τής ελληνικής αστυνομικής λογοτεχνίας είναι για τον νεόκοπο συγγραφέα η επισημότερη επιβεβαίωση της αξίας του.
«Και στην τρίτη νουβέλα», συνεχίζει με εξόφθαλμο ενθουσιασμό, «παρακολουθούμε την τιμωρία του Ιατρίδη για την απόπειρά του εναντίον του Καλιακούδη. Ο ίδιος ο Καλιακούδης είναι η νέμεσή του, σιγά σιγά και μεθοδικά τον σπρώχνει στην τρέλα!»
«Σου αρέσουν πολύ οι γρίφοι και τ’ “αδύνατα” εγκλήματα, βλέπω!» λέει ο Δημούλης· το ύφος του είναι κάπως συγκαταβατικό, αλλά πάνω στην έξαψή του ο Ντίνος δεν το προσέχει.
«Ναι, πάρα πολύ!» παραδέχεται. «Γι’ αυτό αγαπώ την αστυνομική λογοτεχνία!»
«Είναι σαφές επίσης πως δεν σου λείπει καθόλου η δημιουργική φαντασία. Και το γράψιμό σου είναι σε πολύ καλό επίπεδο», αποφαίνεται μειλίχια ο διάσημος συγγραφέας, κάνει μια παύση και προσθέτει στον ίδιο τόνο: «Αλλά οι καταστάσεις που περιγράφεις είναι τελείως εξωπραγματικές».
«Τι εννοείτε;» κάνει ο λαβωμένος νεοσσός.
      «Είναι απλό: κανένας πραγματικός δολοφόνος δεν θα σκότωνε το θύμα του έχοντας ένα σωρό μάρτυρες τριγύρω. Ούτε θα διάλεγε σαν μέθοδο τη βουτιά σε άδεια πισίνα! Και φυσικά, κανένας καταδιωκόμενος σήριαλ κίλερ, όσο τρελός κι αν είναι, δεν θα καθυστερούσε για να σκηνοθετήσει μία μυστηριώδη εξαφάνιση!»
«Ήθελε να μπερδέψει τους διώκτες του. Ο Ιατρίδης ήθελε να φανεί η βουτιά σαν αυτοκτονία, κι ο Μπούτλας έχει ακλόνητο άλλοθι», ενίσταται άψυχα ο κρινόμενος.
«Ναι, αλλά δεν γίνεται να ’ναι συγχρόνως και πανέξυπνοι και πανηλίθιοι, καταλαβαίνεις τι θέλω να πω;»
       Επειδή ακριβώς καταλαβαίνει, ο Ντίνος σωπαίνει.
       «Βέβαια, αυτό εξυπηρετεί τον γρίφο. Από την άλλη όμως, ακυρώνει τον μύθο!» εξακολουθεί ο Δημούλης την κατεδαφιστική κριτική του, σε ήπιο τόνο πάντα. «Η υπόθεση καταντάει πρόσχημα και ο γρίφος η ουσία, ενώ θα έπρεπε να συμβαίνει το ανάποδο. Ε, αυτό δεν είναι λογοτεχνία, είναι μια σπαζοκεφαλιά, φτιαγμένη μόνο και μόνο για να προσπαθήσει να τη λύσει ο αναγνώστης – οπότε, δεν έχει καν σημασία αν είναι καλογραμμένη. Η αστυνομική λογοτεχνία άλλον στόχο έχει: να φωτίσει τη σκοτεινή πλευρά της κοινωνίας, μέσα στην οποία ζει ο αναγνώστης. Είναι κάτι που τον αφορά άμεσα – όπως κάθε αληθινό έργο τέχνης άλλωστε – όχι ένα “διανοητικό παιχνίδι”, που το διαβάζει για να ξεχαστεί! Μπορεί έτσι να ξεκίνησε, αλλά στην πορεία ενηλικιώθηκε και έχει πλέον αποβάλει τα χαρακτηριστικά της παράλογο-τεχνίας (sic). Για όποιον θέλει να “ξεφύγει” απ’ την πραγματικότητα, υπάρχουν πάντα τα θρίλερ και τα ρομάντζα· και για όποιον θέλει ν’ ακονίσει το μυαλό του, τα σταυρόλεξα και τα κουΐζ!»
Ένα κόκκινο φωτάκι ανάβει ξαφνικά στο καντράν του τηλεφώνου του και διακόπτει την «κατήχηση».
Στη φωνή μέσα από το ακουστικό, απαντά: «Ναι, να περιμένει λίγο, τελειώνω». Κλείνει το τηλέφωνο.
«Λοιπόν», λέει στον αποσβολωμένο Ντίνο, «δεν είναι κρίμα να χαραμίζεις το ταλέντο σου σε σπαζοκεφαλιές; Γιατί έχεις λογοτεχνικό ταλέντο! Τα “απίστευτα μυστήρια” κι όλ’ αυτά, μια γελοία μόδα ήταν, που έχει περάσει ανεπιστρεπτί – πώς ήτανε τα ιπποτικά μυθιστορήματα στα χρόνια του Θερβάντες...; Δες το και πρακτικά στο κάτω κάτω. Θέλεις να σε διαβάζουν, έτσι δεν είναι; Άσε την πραγματικότητα να σε εμπνεύσει... να σου δώσει την πρώτη ύλη... Δημοσιογράφος είσαι, δεν θα δυσκολευτείς να βρεις ένα ενδιαφέρον θέμα – τόσα υπάρχουν! Αυτή τη συμβουλή έχω να σου δώσω».
Βλέποντας τον νεαρό να σκύβει το κεφάλι, προσθέτει:
«Δεν υπάρχει λόγος να στενοχωριέσαι! Το πρώτο σου γραπτό ήταν αυτό· έχεις όλη τη ζωή μπροστά σου! Να σου πω κι ένα επαγγελματικό μυστικό; Θα το διαπιστώσεις κι εσύ στην πορεία: για ένα συγγραφέα, για ένα δημιουργό, το καλύτερο του έργο είναι πάντα το επόμενο!»
Τα λόγια του, ωστόσο, δεν καταφέρνουν να μετριάσουν την απογοήτευση του Ντίνου, που σηκώνεται από την καρέκλα του και ψιθυρίζει, σαν να έχει μόλις δεχτεί συλλυπητήρια για τον θάνατο αγαπημένου του προσώπου:
«Σας ευχαριστώ πολύ...»
Κάνει να φύγει. Βιάζεται να γυρίσει στο σπίτι του και να διαγράψει τα πρωτόλειά του από τη μνήμη του υπολογιστή και τη δική του.
Τον καθηλώνει όμως η αναπάντεχη ερώτηση του Δημούλη:
«Πού πας; Δεν θα μου πεις τις λύσεις;»
Την άλλη στιγμή ξανανάβει το φωτάκι του τηλεφώνου. Ο πολυπράγμων συγγραφέας στραβομουτσουνιάζει· ρίχνει μια ματιά στο ρολόι του.
«Ή μάλλον...» λέει με ύφος σκεφτικό, «δεν μου στέλνεις ολόκληρες τις νουβέλες στο e-mail καλύτερα; Και μιλάμε ύστερα με την ησυχία μας. Συγγνώμη, αλλά... βλέπεις την κατάσταση! Τα έχεις τα τηλέφωνά μου, έτσι;»

Πέρας της ακροαματικής διαδικασίας

* * *

Παράρτημα Α΄

Οι εξωφρενικές λύσεις των εξωπραγματικών αινιγμάτων
(εν περιλήψει)

Ύβρις: Το θαυματουργό βελονάκι

Ο σήριαλ κίλερ πήρε ένα βελονάκι του πλεξίματος και έδεσε την άκρη ενός νήματος στη γυριστή μύτη του. Έβαλε το βελονάκι στην οριζόντια κλειδαρότρυπα της εξώπορτας, με τη μύτη προς το εσωτερικό του διαμερίσματος. Πέρασε την ελεύθερη άκρη του νήματος μέσα από τους κρίκους της αλυσίδας και από την υποδοχή της, και την έδεσε στο βελονάκι. Κατόπιν το έσπρωξε μέχρι η άλλη άκρη του να βγει από την εξωτερική μεριά της πόρτας.
Τοποθέτησε ένα ζευγάρι παπούτσια κοντά στην μπαλκονόπορτα του σαλονιού. Αφού πάτησε στο χυμένο αίμα του αστυνομικού, περπάτησε ώς την μπαλκονόπορτα. Εκεί άλλαξε παπούτσια· το λερωμένο ζευγάρι το έβαλε στο σακίδιό του.
Βγήκε από το διαμέρισμα, έκλεισε την εξώπορτα. Τράβηξε το βελονάκι, το οποίο προεξείχε από την κλειδαριά, έλυσε την άκρη του νήματος που είχε δέσει τελευταία και, κρατώντας με το ένα χέρι το βελονάκι, άρχισε να τραβάει με το άλλο χέρι το νήμα, ώσπου η αλυσίδα μπήκε στην υποδοχή. Έβαλε μετά το βελονάκι (μαζί με το νήμα) στο σακίδιό του, κλείδωσε την πόρτα και ανέβηκε στην ταράτσα, απ’ όπου πέρασε στη διπλανή πολυκατοικία.


Άτη: Το παραπλανητικό περισκόπιο

Ο Θρασύβουλος Μπούτλας ανάγκασε τον αδερφό του, υπό την απειλή μαχαιριού, να τηλεφωνήσει στον Κωστούρο και να του πει να έρθει μαζί με τους δύο εργάτες στην μπροστινή αυλή του κτιρίου. Ύστερα τον οδήγησε στο κελάρι, όπου τον σκότωσε. Αφού κλείδωσε το κελάρι, πήγε και κρύφτηκε στον άλλο χώρο του ισογείου, στο οινοποιείο.
Μόλις έφτασαν ο Κωστούρος, οι εργάτες και η Καλαφάτη, τηλεφώνησε από ένα «ανώνυμο» καρτοκινητό που είχε μαζί του, σε ένα άλλο «ανώνυμο» καρτοκινητό, το οποίο είχε κρύψει κάτω από το παρκέ της αίθουσας εκδηλώσεων (στον πρώτο όροφο του κτιρίου). Η Καλαφάτη άκουσε τον Γούντυ τον τρυποκάρυδο και, όπως ήταν αναμενόμενο, κοίταξε μέσα από το «φινιστρίνι».
Κάτω από το συγκεκριμένο «φινιστρίνι» όμως, που βρισκόταν πάνω από το κελάρι, και κάτω από ένα άλλο «φινιστρίνι», που βρισκόταν λίγα μέτρα μακριά από το πρώτο, πάνω από το οινοποιείο, ο Θρασύβουλος είχε τοποθετήσει αποβραδίς ειδικούς φακούς (καθρεφτάκια) υπό γωνία, φτιάχνοντας έτσι ένα αυτοσχέδιο περισκόπιο με ορθογώνιο «σωλήνα»· οι πλευρές του «σωλήνα» ήταν: από πάνω το παρκέ, από κάτω η πλάκα της οικοδομής, και δύο παράλληλα δοκάρια για τη στήριξη του ξύλινου πατώματος δεξιά και αριστερά. Επιπλέον, το κελάρι και το οινοποιείο είχαν ολόιδια δάπεδα και ο Θρασύβουλος φορούσε ρούχα ίδια με του αδερφού του.
Η Καλαφάτη, λοιπόν, έπεσε θύμα οφθαλμαπάτης: νόμισε πως είδε τον Ιππόλυτο να πέφτει νεκρός στο κελάρι με ένα μαχαίρι καρφωμένο στην πλάτη, ενώ στην πραγματικότητα είδε τον Θρασύβουλο να πέφτει στο δάπεδο του οινοποιείου και ένα ψεύτικο μαχαίρι να εξέχει από την πλάτη του. Ο δολοφόνος έπεσε μπρούμυτα για να κρύψει το πρόσωπό του - στην ίδια στάση είχε τοποθετήσει και το πτώμα.
Έπειτα βγήκε από το οινοποιείο, κλείδωσε, έτρεξε στην αποθηκούλα και, αφού έκρυψε τη μεταμφίεση και το καρτοκινητό του, έκανε την εμφάνισή του. Όταν η Καλαφάτη λιποθύμησε στη θέα του πτώματος, βρήκε ευκαιρία και ανέβηκε στην αίθουσα εκδηλώσεων. Άνοιξε τα δύο «φινιστρίνια», έριξε κάτω τους φακούς και τους έσπρωξε μακριά από τα «φινιστρίνια». Το δεύτερο καρτοκινητό το έφερε πιο κοντά στο «φινιστρίνι» του κελαριού, απ’ ό,τι ήταν πριν, ώστε η αστυνομία να μη χρειαστεί να ψάξει πολύ προσεκτικά κάτω από το παρκέ μέχρι να το βρει.

                                                     
Νέμεσις: Το αόρατο σχοινί

Στην εσωτερική πλευρά του κιγκλιδώματος τής πλατφόρμας – όχι της σκάλας, γιατί θα ήταν ορατό από κάτω - ήταν στερεωμένο με ειδική κόλλα ένα μακρύ σχοινί. Όταν ο συνεργός του Καλιακούδη, ο Μπεκιάρης, έσβησε τα φώτα του κολυμβητηρίου, ο Καλιακούδης ξεκόλλησε το σχοινί, το έδεσε εκεί όπου τελείωνε το κάγκελο, κοντά στην μπροστινή άκρη της πλατφόρμας, και καταρριχήθηκε ταχύτατα ώς τον πάτο της πισίνας «γλιστρώντας» στο σχοινί και ουρλιάζοντας συγχρόνως. Ο Ιατρίδης ξεγελάστηκε από την κραυγή και υπέθεσε πως η πτώση του Καλιακούδη ήταν ελεύθερη – πάνω στην ταραχή του δεν σκέφτηκε ότι ένας καταδύτης, που, εννοείται, δεν ξέρει πως βουτάει σε άδεια πισίνα (αλλιώς δεν θα πηδούσε), δεν έχει λόγο να ουρλιάζει παρά μόνο μετά την πρόσκρουση (εάν είναι σε θέση τότε να ουρλιάξει...)
Κατόπιν ο Καλιακούδης κρύφτηκε μέσα στην πισίνα. Ο Μπεκιάρης ανέβηκε στον βατήρα και έλυσε τον κόμπο. Ο Καλιακούδης μάζεψε το σχοινί από κάτω, βγήκε κρυφά από την πόρτα των αποδυτηρίων και άναψε ξανά τα φώτα.


Παράρτημα Β΄

Η πρόσκληση

            Ένα βράδυ, έξι μήνες αργότερα, ο αρχισυντάκτης της ημερήσιας πολιτικής εφημερίδας «Η Πρώτη Πρωινή» Τίτος Πανομέγας, νονός του Ντίνου και στενός φίλος του Δημούλη, λαμβάνει στην προσωπική του ηλεκτρονική διεύθυνση την ακόλουθη πρόσκληση:

Ο ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ ΠΕΡΙΚΛΗΣ ΔΗΜΟΥΛΗΣ
ΚΑΙ Ο ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ «ΠΤΗΣΕΙΣ»

ΣΑΣ ΠΡΟΣΚΑΛΟΥΝ

ΣΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΠΟΛΥΑΝΑΜΕΝΟΜΕΝΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ ΤΟΥ ΠΕΡΙΚΛΗ ΔΗΜΟΥΛΗ

Ο ΔΡΑΚΟΣ ΦΟΡΟΥΣΕ ΚΑΣΚΟΛ
ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΑΣΤΥΝΟΜΟΥ ΛΕΚΚΑ

ΠΡΩΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΑΤΥΠΗΣ ΤΡΙΛΟΓΙΑΣ ΜΕ ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΤΙΤΛΟ
«ΤΑ ΤΡΙΑ ΚΑΚΑ ΤΗΣ ΜΟΙΡΑΣ ΜΑΣ»

ΤΟ ΣΑΒΒΑΤΟ 13 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ, ΩΡΑ 12.30 Μ.Μ.
ΣΤΟ ΠΑΤΑΡΙ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟΥ «ΘΕΣΜΟΣ» (Πεσμαζόγλου 10)

  
“Τι κρίμα που δεν θα ’ναι εκεί κι ο Ντίνος! Πόσο θα χαιρότανε, ο καημένος!” σκέφτεται μελαγχολικά ο παραλήπτης της πρόσκλησης και, όσο να ολοκληρωθεί η εκτύπωσή της, καταριέται από μέσα του τον άγνωστο ασυνείδητο οδηγό που πριν από τέσσερις μήνες περίπου παρέσυρε και σκότωσε τον βαφτισιμιό του, ενώ εκείνος διέσχιζε την οδό Δροσοπούλου, στην Κυψέλη.

[2012]